Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 2185/1952 «Περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων»

Άρθρον 36

1. Διά συμβάσεως συνολογηθησομένης μεταξύ του Δημοσίου εκπροσωπουμένου υπό των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών και της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος ενεργούσης διά του Οργανισμού Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας (Ο.Δ.Ε.Π.) εκπροσωπουμένων αμφοτέρων υπό του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κυρωθησομένης δε διά Β.Δ/τος εκδοθησομένου προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, επιτρέπεται όπως παραχωρηθώσιν επ' ανταλλάγματι προς το Δημόσιον (Υπουργείον Γεωργίας) καλλιεργούμεναι ή καλλιεργήσιμοι εκτάσεις, δασώδεις και κτηνοτροφικαί τοιαύται ανήκουσαι εις την Εκκλησιαστικήν εν γένει περιουσίαν, προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων μικρων κτηνοτρόφων.

2. Η ως άνω Σύμβασις καταρτισθήσεται εν τω πλαισίω των γενικών όρων του άρθρ. 37, προσαρτηθήσονται δε εις αυτήν οι κατά τας παρ. 4, 5, 9 και 12 του αυτού άρθρου πίνακες των εκποιηθησομένων προς το Δημόσιον και διατηρηθησομένων υπό της Εκκλησίας κτημάτων, ως και των παραχωρηθησομένων προς την τελευταίαν αστικών ακινήτων του Δημοσίου.

3. Από της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του κατά την παρ. 1 κυρωτικού της Συμβάσεως Β.Δ/τος η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ελλάδος και ειδικώτερον οι Θρησκευτικοί Οργανισμοί (Ιεραί Μοναί ή Ο.Δ.Ε.Π.) εις τους οποίους ανήκουν οι εις τους πίνακας των παρ. 4 και 12 του άρθρ. 37 διαλαμβανόμενοι αγροί, βοσκότοποι λειβάδια και κτηνοτροφικαί εν γένει εκτάσεις, αποξενούνται οριστικώς παντός δικαιώματος αυτών επί των εις τους πίνακας τούτους κτημάτων, το δε Δημόσιον από της αυτής χρονολογίας καθίσταται αυτοδικαίως και άνευ ετέρας τινός διατυπώσεως κύριον και νομεύς των ακινήτων τούτων.

4. Επίσης από της αυτής χρονολογίας το Δημόσιον αποξενούνται οριστικώς παντός δικαιώματος αυτού επί των διαλαμβανομένων εις τους συνημμένους τη Συμβάσει και περί ων η παρ. 9 του άρθρ. 37 πίνακας αστικών ακινήτων, τα οποία από της ιδίας χρονολογίας μεθίστανται αυτοδικαίως και άνευ ετέρας τινός διατυπώσεως εις την πλήρη κυριότητα της Εκκλησίας (Ο.Δ.Ε.Π.).

5. Από της δημοσιεύσεως ωσαύτως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του κατά την παρ. 1 κυρωτικού της κατά την αυτήν παράγραφον Συμβάσεως Β.Δ/τος εξαντλείται παν δικαίωμα του Κράτους απορρέον εκ των διατάξεων του άρθρ. 104 του Συντάγματος όσον αφορά την αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν ή αναγκαστικήν μίσθωσιν κτημάτων ανηκόντων εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν της Ελλάδος, επιφυλαττομένων πάντως των δικαιωμάτων (προς ρύθμισιν δι' ειδικών Νόμων ιδιορρύθμων εμπραγμάτων σχέσεων -πλην εμφυτευτικών και αγροληπτικών- υφισταμένων επί κτημάτων της Εκκλησίας), των απορρεόντων εκ των διατάξεων της τελευταίας παρ. (9ης) του αυτού άρθρ. 104 του Συντάγματος και των απορρεόντων εκ των διατάξεων ειδικών Νόμων ρυθμιζουσών τας εν τη αυτή παρ. (9η) σχέσεις, και των διατάξεων της παρ. 15 του άρθρ. 37 του παρόντος.

Αι κατ' εφαρμογήν του Ν.Δ. 327/1947 γενόμεναι αναγκαστικαί μισθώσεις ελαιώνων και αμπελώνων ανηκόντων εις την περιουσίαν της Εκκλησίας της Ελλάδος διατηρούνται εν ισχύϊ διεπόμεναι υπό της εκάστοτε ισχυούσης σχετικής Νομοθεσίας. Επί των αναγκαστικών τούτων μισθώσεων το μίσθωμα αυξάνεται από της ενάρξεως του γεωργικού έτους του ακολουθούντος την δημοσίευσιν εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του κυρωτικού της Συμβάσεως Β.Δ/τος κατά 50% του προβλεπομένου υπό του ανωτέρω Ν.Δ. 327/47, μη δυνάμενον εν πάση περιπτώσει να υπερβαίνη το ελεύθερον μίσθωμα. Πάντες οι κατ' εφαρμογήν του ιδίου Ν.Δ. 327/47 κηρυχθέντες αναγκαστικώς μισθωτέοι αγροί και βοσκότοποι περιληφθήσονται εις την προς το Δημόσιον παραχώρησιν.

6. Εάν το κατά την παρ. 1 κυρωτικόν της Συμβάσεως Β.Δ/μα δεν εκδοθή εντός διμήνου προθεσμίας από της ισχύος του παρόντος, εφαρμόζονται επί της αγροτικής εν γένει περιουσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (ρευστοποιητέας, διατηρητέας και λοιπής εν γένει περιουσίας της Εκκλησίας), αι διατάξεις των λοιπών κεφαλαίων του παρόντος Νόμου, απαλλοτριουμένων αναγκαστικώς, κατά τας διατάξεις ταύτας, εκ της ανωτέρω περιουσίας των 4/5 διαιρετώς του συνόλου των καλλιεργουμένων ή καλλιεργησίμων αγρών, των 4/5 διαιρετώς του συνόλου των βοσκοτόπων, λειβαδίων και κτηνοτροφικών εκτάσεων εν γένει και απασών των δασωδών εκτάσεων των δεκτικών καλλιεργείας δι' εκχερσώσεως και των κεκαλυμμένων δι' αγρίων δένδρων δεκτικών εξημερώσσεως δι' εγκεντρισμού.

7. Αι εκτάσεις, περί ων αι παρ. 1, Β, Γ και 6 του άρθρ. 37 και εν γένει αι εκτάσεις ων διά της Συμβάσεως θα προβλέπεται τυχόν μελλοντική μεταβίβασις αυτών θα εκποίωνται προς το Δημόσιον διά μερικωτέρων εκάστοτε συμβάσεων κηρουμένων διά δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αποφάσεων του Υπουργού της Γεωργίας, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς τας συμβάσεις ταύτας των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου. Διά την κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρ. 36 και 37 μεταβίβασιν είτε από τούδε είτε μελλοντικώς προς το Δημόσιον περιουσιακών στοιχείων εκ της ακινήτου αγροτικής περιουσίας της Μοναστηριακής περιουσίας, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος θεωρείται ως νομίμως εκπροσωπών την περιουσίαν ταύτην αδιακρίτως του χαρακτηρισμού αυτής ως διατηρητέας ή εκποιητέας και τας Μονάς εις ας ανήκει αύτη ως και τον Ο.Δ.Ε.Π., και ως εγκύρως κατά πάσαν περίπτωσιν διαθέτων αυτήν προς το Δημόσιον προς εκπλήρωσιν του εν άρθρ. 104 του Συντάγματος αναφερομένου σκοπού της αποκαταστάσεως των ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων μικρών κτηνοτρόφων.

Άρθρον 37

1. Αι παραχωρηθησόμεναι διά πωλήσεως προς το Δημόσιον εκτάσεις εκ της όλης αγροτικής Μοναστηριακής περιουσίας, της απηλλαγμένης εμπραγμάτων βαρών και πάσης επιδικίας, εισίν αι κάτωθι:

Α) Τα 4/5, ουχί εξ αδιαιρέτου αλλ' εις διακεκριμένα κτήματα του συνόλου των καλλιεργουμένων ή καλλιεργησίμων αγρών της ως άνω περιουσίας μετά των επ' αυτών, συστάδων πάσης φύσεως δένδρων οπωροφόρων ή μη και μεμονωμένων ημέρων ελαιοδένδρων, αποτιμηθησομένων των τελευταίων ιδιαιτέρως.

Η έκτασις αύτη δεν θα είναι πάντως μικροτέρα των 135.000 στρεμμάτων. Β) Το σύνολον των κατά την παρ. 3 του άρθρ. 45 του Νόμ. 4173 ως συνεπληρώθη μεταγενεστέρως δασωδών εκτάσεων των δεκτικών καλλιεργείας δι' εκχερσώσεως της αυτής περιουσίας.

Γ) Το σύνολον των υπό αγριελαιών κεκαλυμμένων εκτάσεων της αυτής περιουσίας, εφ' όσον αι εκτάσεις αύται δεν κείνται εντός συστηματικών ελαιώνων ή εν αμέσω συνεχεία αυτών.

Οσαι εκ των εκτάσεων των κεκαλυμμένων δι' αγριελαιών δεν θ' αποτελέσουν αντικείμενον πωλήσεως προς το Δημόσιον, λόγω μη συνδρομής των ανωτέρω όρων, θα εξημερωθώσι μερίμνη της Εκκλησίας εντός τριετίας από της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του κυρωτικού της Συμβάσεως Β.Δ/τος. Απράκτου παρερχομένης της προθεσμίας ταύτης και αι εκτάσεις αύται εκποιούνται προς το Δημόσιον.

Δ) Τα 2/3, ουχί εξ αδιαιρέτου αλλ' εις διακεκριμένα κτήματα, του συνόλου των βοσκοτόπων, λειβαδίων και κτηνοτροφικών εν γένει εκτάσεων της ιδίας ως άνω περιουσίας.

Η έκτασις αύτη δεν θα είναι πάντως μικροτέρα των 595.000 στρεμμάτων. Προς τον σκοπόν του ακριβούς καθορισμού, της εκτάσεως γαιών, ήν δέον ν' αντιπροσωπεύουν τ' ανωτέρω ποσοστά 4/5 αγρών και 2/3 βοσκοτόπων, ο Υπουργός της Γεωργίας δύναται να προβαίνη διά της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας εις καταμέτρησιν και των διατηρουμένων υπό της Εκκλησίας κτημάτων των εμφαινομένων εις τους πίνακας της κατωτέρω παρ. 5.

2. Τα υπό της Εκκλησίας πωλούμενα κατά τ' ανωτέρω προς το Δημόσιον κτήματα έσονται ελεύθερα παντός εν γένει βάρους (εξαιρέσει των δουλειών υδρεύσεως και διόδου) και τρίτου εκκινήσεως, και διά την περαιτέρω κατά κλήρους παραχώρησιν αυτών εις τους ακτήμονας εφαρμόζονται αι περί παραχωρήσεως Δημοσίων Κτημάτων εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις της Αγροτικής Νομοθεσίας. Αι δι' αυτά υφιστάμεναι τυχόν μισθώσεις, και οιαιδήποτε άλλαι σχέσεις λύονται άνευ ευθύνης του Δημοσίου είτε της Εκκλησίας, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του άρθρ. 121 παρ. 5 του Αγροτικού Κώδικος.

3. Παρισταμένης ανάγκης η αρμοδία Επιτροπή Απαλλοτριώσεων δύναται να συστήση υπέρ των εις τα παραχωρηθησόμενα κτήματα αποκαθισταμένων κληρούχων δικαιώματα ξυλεύσεως διά τας προσωπικάς αυτών ανάγκας τηρουμένων των διατάξεων του Δασικού Κώδικος υδρεύσεως και διόδου εκ των παρακειμένων Εκκλησιαστικών δασών και των τυχόν απομενουσών τη Εκκλησία δασωδών εκτάσεων, ουχί δε και βοσκήσεως.

4. Τα παραχωρηθησόμενα διά πωλήσεως προς το Δημόσιον κτήματα 4/5 αγρών και 2/3 βοσκοτόπων, περί ων τα εδάφ. Α' και Δ' της παρ. 1, προσδιορίζοντι κατ' έκτασιν, είδος, τοποθεσίαν ή περιφέρειαν εις πίνακας συνημμένους τη Συμβάσει. Τα όρια αυτών δύνανται να καθορισθώσιν οποτεδήποτε δι' αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας ή του παρ' αυτού εξουσιοδοτουμένου οργάνου.

5. Εις ιδιαιτέρους πίνακας επισυναπτομένους τη Συμβάσει προσδιορίζονται ωσαύτως, κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα, οι εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος παραμένοντες καλλιεργούμενοι ή καλλιεργήσιμοι αγροί και βοσκότοποι.

6. Αγροί και βοσκότοποι, λειβάδια και κτηνοτροφικαί εκτάσεις εν γένει της Εκκλησίας μη διαλαμβανόμενοι εις τους πίνακας των εκποιουμένων προς το Δημόσιον και διατηρουμένων υπό της Εκκλησίας κτημάτων συνυπολογίζονται οψέποτε ευρεθούν εις την περιουσίαν της Εκκλησίας και θεωρούμενοι ως αείποτε ανήκοντες εις την ρευστοποιητέαν του Ο.Δ.Ε.Π. περιουσίαν εκποιούνται κατά το ποσοστόν της παρ. 4 και τας διατάξεις του παρόντος άρθρου προς το Δημόσιον.

7. Εν αρνήσει της Εκκλησίας προς μεταβίβασιν των κατά τους όρους της εν άρθρ. 36 παρ. 1 Συμβάσεως μεταβιβαστέων ακινήτων προς το Δημόσιον, η μεταβίβασις τούτων θα συντελήται μονομερώς δι' αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας επεχούσης θέσιν της κατά το άρθρ. 235 του Αστικού Κώδικος αυτοσυμβάσεως. Από της εκδόσεως της κατά τα άνω αποφάσεως, αποτελούσης τίτλον εκτελεστόν, ή κυριότης των εν τη αποφάσει ταύτη ακινήτων μεθίσταται εις το Δημόσιον αυτοδικαίως και άνευ άλλης τινός διατυπώσεως.

Κατά της ως άνω αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας, επιτρέπεται προσφυγή, εντός μηνός από της κοινοποιήσεώς της προς τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών ενώπιον του Εφετείου Αθηνών δικάζοντος κατά τα κατωτέρω εν παρ. 11 οριζόμενα.

8. Επί των εξαιρουμένων της παραχωρήσεως και τυχόν βαρυνομένων υπό του ενοικιοστασίου βοσκών βοσκοτόπων της Εκκλησίας της Ελλάδος καταβάλλεται από της ενάρξεως της κτηνοτροφικής περιόδου της ακολουθούσης της εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσίευσιν του κυρωτικού της Συμβάσεως Β.Δ/τος μίσθωμα ισούμενον προς το εκάστοτε ισχύον διά τας Δημοτικάς και Κοινοτικάς βοσκάς.

9. Διά τας παραχωρουμένας κατά τα άνω εκτάσεις 135.000 στρεμμάτων αγρών μετά των επ' αυτών σποραδικών ελαιοδένδρων κλπ. και 595.000 στρεμματων βοσκοτόπων ως και τα εις τους πίνακας της παρ. 12 αγροληπτικά και εμφυτευτικά κτήματα το Δημόσιον θα καταβάλη κατ' αποκοπήν τίμημα, ισούμενον προς το 1/3 της αξίας αυτών κατά τον χρόνον της υπογραφής της Συμβάσεως, θα εξοφληθή δε κατά μέρος εις μετρητά και κατά το υπόλοιπον δια παραχωρήσεως προς την Εκκλησίαν (Ο.Δ.Ε.Π.) αστικών ακινήτων του Δημοσίου επί τη τρεχούση αυτών αξία, καθ' α ειδικώτερον ορισθήσεται διά της Συμβάσεως εις ην επισυναφθήσονται πίνακες των αστικών τούτων ακινήτων. Ειδικώτερον, το τίμημα των αγροληπτικών και εμφυτευτικών κτημάτων καθορίζεται ως εν παρ. 12 ορίζεται.

10. Δι' απάσας τας λοιπάς εκτάσεις τας παραχωρηθησομένας υπό της Εκκλησίας προς το Δημόσιον εις εκτέλεσιν της κατά το άρθρ. 36 παρ. 1 Συμβάσεως αλλά μη διαλαμβανομένας εις τους συνημμένους ταύτη πίνακας, καταβληθήσεται τίμημα ίσον προς το 1/3 της κατά μέσον όρον αξίας αυτών κατά τον χρόνον της υπογραφής της Συμβάσεως ταύτης.

Διά της ιδίας Συμβάσεως, δέον να προσδιορισθή το τίμημα τούτο εις μεταλλικάς δραχμάς, κατά γενικάς κατηγορίας (αγροί, βοσκότοποι, δασώδεις εκτάσεις και εκτάσεις κεκαλυμμέναι δι' αγριελαιών) και κατά στρέμμα, ορισθή δε και ο χρόνος και ο τρόπος της εξοφλήσεώς του.

11. Πάσα διαφορά ή διένεξις, μεταξύ Δημοσίου και Εκκλησίας, στρεφομένη περί την ερμηνείαν και την εν γένει εφαρμογήν της Συμβάσεως, υπάγεται εις την αποκλειστικήν αρμοδιότητα του Εφετείου Αθηνών, δικάζοντος κατά τη διαδικασίαν του Νόμ. ΒΧΗ'/1899, ως ετροποποιήθη. Η απόφασις του Εφετείου είναι οριστική και αμετάκλητος, μη συγχωρουμένου κατ' αυτής ενδίκου τινός μέσου, τακτικου ή εκτάκτου.

12. Επί πλέον των εν παρ. 1 εκτάσεων θα παραχωρηθώσιν, κατά παρέκκλισιν των εν άρθρ. 14 του Νόμ. 1597/1950 "περί διαλύσεως των εις τας Ιονίους Νήσους υφισταμένων αγροληψιών" οριζομένων, εις το Δημόσιον άπαντα τα Μοναστηριακά κτήματα πεφυτευμένα ή μη, εφ' ων υφίστανται διηνεκείς ή πρόσκαιροι αγροληψίαι, συσταθείσαι βάσει του Ιονίου Αστικού Κώδικος ή προ αυτού, ως και άπαντα τα οπουδήποτε κείμενα Μοναστηριακά κτήματα, εφ' ων υφίστανται εμπράγματα δικαιώματα εμφυτεύσεως, αντί τιμήματος ισουμένου προς το 1/3 της κατά τον χρόνον της υπογραφής της Συμβάσεως αξίας αυτών, εις ην δεν υπολογίζεται η προσκτηθείσα μείζων αξία εκ των υπό των αγροληπτών ή εμφυτευτών γενομένων εμφυτεύσεων ή καλλιεργειών ή άλλων βελτιώσεων.

Το τίμημα εξοφληθήσεται κατά τα εν παρ. 9 και 10 οριζόμενα. Τα κατά τ' άνω παραχωρηθησόμενα κτήματα προσδιορίζονται κατ' έκτασιν, είδος, τοποθεσίαν, ή περιφέρειαν, εις ιδιαιτέρως πίνακας, συνημμένους τη Συμβάσει, των ορίων και των κτημάτων τούτων δυναμένων να καθορίζωνται κατά τα εν παρ. 4 οριζόμενα. Καθ' όσον αφορά δε την περιέλευσιν της κυριότητος των κτημάτων τούτων εις το Δημόσιον, εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ. 36. Αγροληπτικά και εμφυτευτικά κτήματα μη διαλαμβανόμενα τυχόν εις τους ανωτέρω πίνακας, παραχωρούνται οψέποτε ευρεθώσιν εις το Δημόσιον διά μερικωτέρων Συμβάσεων, θεωρούμενα ως αείποτε ανήκοντα εις των ρευστοποιητέαν του Ο.Δ.Ε.Π., περιουσίαν.

Ειδικώς επί των αγροληπτικών, ως άνω, κτημάτων από της χρονολογίας της περιελεύσεώς των εις το Δημόσιον, παύει εφαρμοζόμενος επ' αυτών ο Νομ. 1297/1950, πάσα δε κατά τα άρθρ. 2, 4 και 8 του Νόμου τούτου εκκρεμής δίκη θεωρείται αυτοδικαίως από της αυτής ως άνω χρονολογίας κατηργημένη, εις οιονδήποτε στάδιον και αν ευρίσκεται αύτη. Οι τυχόν ενυπόθηκοι επί των ανωτέρω Μοναστηριακών αγροληπτικών ή εμφυτευτικών κτημάτων δανεισταί αποκτούν εφεξής και δυνάμει του παρόντος προνομιακόν δικαίωμα απολήψεως των οφειλομένων αυτοίς εκ του καταβληθησομένου κατά τας παρ. 9 και 10 εις τον Ο.Δ.Ε.Π. τιμήματος. Β.Δ/μα εκδιδόμενον, μετά την περιέλευσιν των ως άνω αγροληπτικών και εμφυτετικών κτημάτων εις το Δημόσιον, επί τη προτάσει του Υπουργού της Γεωργίας, θα καθορίση τον τρόπον και τους εν γένει όρους της παραχωρήσεως κατά πλήρη κυριότητα των κτημάτων τούτων εις τους έχοντας επ' αυτών δικαιώματα αγροληψίας ή εμφυτεύσεως.

13. Η κατά το άρθρ. 36 Σύμβασις απαλλάσσεται των τελών χαρτοσήμου ως και παντός άλλου φόρου, τέλους, εισφοράς ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου ή οιουδήποτε τρίτου. Επίσης απαλλάσσεται παντός φόρου, τέλους κλπ. και πάσα συνφθησομένη μερικωτέρα σύμβασις τείνουσα εις την πραγματοποίησιν του σκοπού της παρ. 1 του άρθρ. 36. Η αυτή απαλλαγή περιλαμβάνει και την τυχόν γενησομένην μεταγραφήν των ως άνω συμβάσεων. Αι ως άνω συμβάσεις δεν απαιτείαι να περιβάλλωνται τον τύπον του συμβολαιογραφικού εγγράφου.

14. Αι συμβάσεις παραχωρήσεως αστικών ακινήτων προς την Εκκλησίαν κατά την παρ. 9 του άρθρ. 37 απαλλάσσονται του φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων, των τελών χαρτοσήμου και τελών τυχόν γινομένης μεταγραφής και παντός άλλου φόρου, τέλους εισφοράς ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου ή οιουδήποτε τρίτου. Τα εκ των ακινήτων τούτων εισοδήματα της Εκκλησίας δεν υπόκεινται εις τον φόρον Α' κατηγορίας του Κώδικος Φορολογίας Καθαρών Προσόδων, αι δε σχετικαί μισθωτικαί συμβάσεις και τα μισθώματα απαλλάσσονται των τελών χαρτοσήμου, όσον αφορά και μόνον την Εκκλησίαν. Προκειμένου περί των εκ των αστικών τούτων ακινήτων χρησιμοποιουμένων υπό του Δημοσίου, το καταβλητέον υπό τούτο προς την Εκκλησίαν μίσθωμα θα καθορίζεται επί τη βάσει της τρεχούσης εκάστοτε μισθωτικής αυτών αξίας.

15. Το παρόν άρθρον ως και το άρθρ. 36 αναφέρονται μόνον εις τας εν τη Χώρα Ιεράς Μονάς και τα Θρησκευτικά Ιδρύματα (Ι. Ναοί κλπ.) τα υπαγόμενα εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν της Ελλάδος, ουχί δε και εις τας Μονάς και Θρησκευτικά Ιδρύματα τα μη εις την αυτήν Εκκλησίαν ανήκοντα κανονικώς και των οποίων η αγροτική περιουσία υπάγεται εις τας διατάξεις των λοιπών κεφαλαίων του παρόντος Νόμου, απαλλοτριουμένης αναγκαστικώς της εν γένει αγροτικής των περιουσίας (γαιών καλλιεργουμένων, καλλιεργησίμων, κτηνοτροφικών, εκτάσεων δασικών, τοιούτων δεκτικών εκχερσώσεως και καλλιεργείας ή των κεκαλυμμένων δι' αγρίων δένδρων δεκτικών εξημερώσεως δι' εγκεντρισμού). Ωσαύτως επί των ανωτέρω Μονών και Θρησκευτικών Ιδρυμάτων εφαρμόζονται και αι διατάξεις της τελευταίας παραγράφου του άρθρ. 104 του Συντάγματος και οι εις εκτέλεσιν αυτών εκδοθησόμενοι Νόμοι ως και το Ν.Δ. 327/1947 μη εφαρμοζομένης της παρ. 2 του άρθρ. 2 τούτου.

16. Εντός ανατρεπτικής προθεσμίας εξ μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος δύναται διά Β.Δ/των εκδιδομένων υπό των Υπουργών της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και της Γεωργίας, μετά πρότασιν της Ιεράς Συνόδου, να γίνη νέος διαχωρισμός της ακινήτου περιουσίας των Μονών. Κατά τον διαχωρισμόν τούτον κτήματα υπαγόμενα ήδη εις την διατηρητέαν περιουσίαν δύνανται να υπαχθώσιν εις την υπό την διοίκησιν του Ο.Δ.Ε.Π. ρευστοποιητέαν Μοναστηριακήν τοιαύτην. Επίσης κτήματα της ρευστοποιητέας περιουσίας δύνανται, μετά την κατά το άρθρ. 36 του παρόντος Νόμου κύρωσιν της μετά της Εκκλησίας της Ελλάδος Συμβάσεως, να υπαχθώσιν εις την διατηρητέαν.

Ειδικώτερον, διά τα κτήματα της διατηρητέας Μοναστηριακής περιουσίας, άτινα θα απαιτηθούν όπως παραχωρηθώσιν εις το Δημόσιον προς συμπλήρωσιν των κατά την παρ. 1 ποσοστών 4/5 αγρών και 2/3 βοσκοτόπων ως και διά τα επίσης προς το Δημόσιον παραχωρητέα κατά την παρ. 12 αγροληπτικά και εμφυτευτικά κτήματα της διατηρητέας περιουσίας, η τυχόν υπαγωγή τούτων εις την ρευστοποιητέαν τοιαύτην ενεργηθήσεται διά Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού της Γεωργίας μετά γνώμην της Ιεράς Συνόδου και απαραιτήτως εντός της προθεσμίας της παρ. 6 του άρθρ. 36. Εάν η γνωμοδότησις της Ιεράς Συνόδου δεν περιέλθη εις το Υπουργείον Γεωργίας εντός μηνός από του προς αυτήν σχετικού εγγράφου του Υπουργού της Γεωργίας, το Δ/μα εκδίδεται και άνευ της διατυπώσεως ταύτης.

17. Η προηγουμένη παράγραφος δεν αφορά εις τας κατά την παρ. 3 του άρθρ. 45 του Νόμ. 4173, ως συνεπληρώθη μεταγενστέρως, δασώδεις εκτάσεις και τας εκτάσεις τας κεκαλυμμένας δι' αγριελαιών, αίτινες δυνάμει του παρόντος υπάγονται εις την υπό την Διοίκησιν του Ο.Δ.Ε.Π. ρευστοποιητέαν Μοναστηριακήν περιουσίαν εν τω συνόλω των.

18. Το υπ' αριθ. 1804/1942 Ν.Δ/μα "περί αναστολής των διατάξεων του υπ' αριθ. 2824/1941 Α. Νόμου "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της ισχυούσης περί Ο.Δ.Ε.Π. Νομοθεσίας" καταργείται, επαναφερομένων εν ισχύϊ των διατάξεων των άρθρ. 10, 11 και 12 του Νόμου τούτου υπ' αριθ. 2824/1941.

19. Η παρ. 1 του άρθρ. 14 του ως άνω υπ' αριθ. 2821/1941 Α.Νόμου καταργείται. Ο διαχωρισμός της περιουσίας των Ιερών Μονών της Ιεράς Μητροπόλεως Σάμου και Ικαρίας γενήσεται βάσει των διατάξεων του άρθρ. 8 του Κωδικ. Νόμ. 4684.

Άρθρον 38

1. Εξαιρείται της κατά το άρθρ. 104 του Συντάγματος απαλλοτριώσεως και της αναγκαστικής μισθώσεως:

Α) Η αγροτική περιουσία των κάτωθι εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εξαρτωμένων Ιερών Μονών.

α) Αγίου Όρους.

β) Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας-Χαλκιδικής.

γ) Βλατάδων-Θεσσαλονίκης.

δ) Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου και ε) των λοιπών εν Δωδεκανήσω Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μονών.

Αι τυχόν όμως επί των κτημάτων των ως άνω Ιερών Μονών Δωδεκανήσου υφιστάμεναι αναγκαστικαί υπέρ ακτημόνων μισθώσεις διατηρούνται εν ισχύϊ διεπόμεναι υπό της εκάστοτε ισχυούσης εν Δωδεκανήσω ειδικής Νομοθεσίας. Τα κτήματα ταύτα δύνανται και ν' απαλλοτρωθούν ολικώς, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 104 του Συντάγματος και των λοιπών κεφαλαίων του παρόντος Νόμου. Εις την αυτήν απαλλοτρίωσιν υπόκειται και η αγροτική περιουσία των μη εξαρτωμένων εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου Ιερών Μονών Δωδεκανήσου, απαλλοτριουμένων των 4/5 διαιρετώς του συνόλου των αγρών (καλλιεργουμένων ή καλλιεργησίμων) και κτηνοτροφικών εκτάσεων ως και απασών των δασωδών εκτάσεων των δεκτικών καλλιεργείας δι' εκχερσώσεως και των κεκαλυμμένων δι' αγρίων δένδρων δεκτικών εξημερώσεως και εγκεντρισμού.

Β. Η εν Ελλάδι κειμένη αγροτική περιουσία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, του Παναγίου Τάφου και της Ιεράς Μονής Ορους Σινά. Παρέχεται πάντως εις τους Υπουργούς Γεωργίας και Οικονομικών η εξουσιοδότησις όπως ως εκπρόσωποι του Δημοσίου προέλθωσιν εις σύναψιν συμβάσεων μετά των ως άνω Ορθοδόξων Εκκλησιών προς εξαγοράν ενδεχομένως, ολικήν ή μερικήν, της αγροτικής των περιουσίας επί σκοπώ αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων μικρών κτηνοτρόφων. Διά την εξαγοράν ταύτην δύνανται να δοθούν ως αντάλλαγμα εκ μέρους του Δημοσίου και αστικά ακίνητα ανήκοντα εις την περιουσίαν του. Τυχόν προ της ισχύος του παρόντος συναφθέντα μεταξύ των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών ως εκπροσώπων του Δημοσίου και των ως άνω Εκκλησιών προσύμφωνα περί εξαγοράς αγροτικών κτημάτων ατελώς και μη περιβεβλημένα τον τύπον του συμβολαιογραφικού εγγράφου, θεωρούνται ως νομίμως καταρτισθέντα.

Αι ως άνω Συμβάσεις κηρούνται διά Β.Δ/των εκδιδομένων επί τη προτάσει του Υπουργού της Γεωργίας, εφαρμόζονται δε δι' αυτάς αναλόγως αι διατάξεις των παρ. 11, 13 και 14 του προηγουμένου άρθρ. 37 και μεταγράφονται εις τα οικεία βιβλία Μεταγραφών. Η μεταγραφή των Συμβάσεων θεωρείται έγκυρος και αν έτι δεν γίνεται εν αυταίς πλήρης περιγραφή των μεταβιβαζομένων αγροτικών ακινήτων. Πάντως, εν περιπτώσει μη πλήρους περιγραφής, σημειούνται μεταγενεστέρως εις το περιθώριον του Βιβλίου Μεταγραφών πρωτόκολλα εμφαίνοντα τα μεταβιβασθέντα κτήματα κατά πλήρη και ακριβή περιγραφήν.

Διά την περαιτέρω προς τους ακτήμονας καλλιεργητάς κατά κλήρους παραχώρησιν των ούτως οριστικώς εξαγοραζομένων εκτάσεων, εφαρμόζονται αι περί παραχωρήσεως Δημοσίων κτημάτων, εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις της Αγροτικής Νομοθεσίας. Αι επ' αυτών υφιστάμεναι τυχόν μισθώσεις λύονται άνευ ευθύνης του Δημοσίου είτε των ως άνω Εκκλησιών, εφαρμοζομένων αναλόγως Κώδικος. Επίσης, από της εγκαταστάσεως των αποκαθισταμένων ακτημόνων εις τας εξαγοραζομένας εκτάσεις λύονται αυτοδικαίως, ως προς αυτούς και μόνον, πάσαι αι τυχόν υφιστάμενοι υπέρ αυτών μισθώσεις επί των απομενουσών εις τας ανωτέρω Εκκλησίας εκτάσεων των εξαγοραζομένων κτημάτων.

2. Οσον αφορά την αγροτικήν περιουσίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κρήτης, επιτρέπεται όπως, διά Συμβάσεως συναφθησομένης μεταξύ της Εκκλησίας ταύτης και του Δημοσίου εκπροσωπουμένου υπό των Υποργών Γεωργίας και Οικονομικών, το τελευταίον εξαγοράση προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών τα 405 των κατά την 1.1.1952 ακαλλιεργήτων εκτάσεων της ανωτέρω Εκκλησίας εκ του συνόλου των δεκτικών καλλιεργείας τοιούτων. Τον καθορισμόν των κατά τα άνω εξαγοραστέων εκτάσεων και τον καθορισμόν του τιμήματος αυτών θα ενεργήση Τριμελής Επιτροπή ορισθησομένη διά της Συμβάσεως εις ην απαραιτήτως θα προεδρεύη ο Πρόεδρος Πρωτοδικών της περιφερείας εν ή κείται η έκτασις.

Αι αποφάσεις της Επιτροπής αποτελούν τίτλον κυριότητος δεκτικόν μεταγραφής. Εν περιπτώσει μη πλήρους περιγραφής εις τας αποφάσεις ταύτας των εξαγοραστέων κτημάτων, σημειούνται μεταγενεστέρως εις το περιθώριον του Βιβλίου Μεταγραφών πρωτόκολλα εμφαίνονται τα κτήματα ταύτα κατά πλήρη και ακριβή περιγραφήν. 

Η ανωτέρω Σύμβασις κυρωθήσεται διά Β.Δ/τος εκδοθησομένου προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, εφαρμόζονται δε δι' αυτήν αναλόγως αι διατάξεις των παρ. 2, 13 και 14 του άρθρ. 37.

3. Άπασα η υπόλοιπος Μοναστηριακή αγροτική περιουσία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κρήτης εξαιρείται της κατά το άρθρ. 104 του Συντάγματος αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ως και της αναγκαστικής μισθώσεως.

4. Εάν το κατά την παρ. 2 κυρωτικόν Δ/μα της μετά της Εκκλησίας της Κρήτης Συμβάσεως δεν εκδοθή εντός διμήνου προθεσμίας από της ισχύος του παρόντος, αι κατά την αυτήν παρ. 2 εκτάσεις (40% τουλάχιστον των ακαλλιεργήτων) υπόκεινται, διαιρετώς, εις αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν δι' αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας εκδιδομένης κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 2 του παρόντος Νόμου, έναντι τιμήματος ισουμένου προς τα 50% της τρεχούσης αυτών αξίας. Το τίμημα τούτο καθορίζεται κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 39 του παρόντος Νόμου και καταβάλλεται εις μετρητά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: