Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Νεομάρτυς Νικήτας ο Νισύριος - 21 Ιουνίου

ΙΟΥΝΙΟΥ ΚΑ´ (21)
Μνήμη τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Νεομάρτυρος ΝΙΚΗΤΑ τοῦ Νισυρίου, τοῦ ἐν Χίῳ ἀθλήσαντος.

Στίχοι.
Τμηθείς, Νικήτα, τὸν σὸν αὐχένα ξίφει,
Τέτμηκας ἐχθροῦ τὰς πανουργίας πάσας.
Εἰκάδι πρώτῃ Νικήτα ἔταμον κάραν ἀπηνῶς.

Ὁ Ἅγιος ἔνδοξος τοῦ Χριστοῦ Νεομάρτυς Νικήτας γεννήθηκε στὴ Νίσυρο. Ὁ πατέρας του ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανεῖς προεστοὺς τοῦ νησιοῦ ἀλλ᾿ ὅταν ὁδηγήθηκε στὸ δικαστήριο τῶν ὀθωμανῶν γιὰ νὰ δώσει λόγο γιὰ κάποιες παράνομες πράξεις του, φοβούμενος τὴν θανατικὴ καταδίκη, ἀλλαξοπίστησε καὶ ἔγινε μουσουλμάνος, συμπαρασύροντας στὴν ἀποστασία τὴ σύζυγο καὶ τὰ τέκνα του. Ἡ χριστιανικὴ κοινωνία τῆς Νισύρου ἀντιμετώπισε μὲ βδελυγμία τὴν πράξη του καὶ αὐτὸς ἀναγκάστηκε νὰ ἀναχωρήσει μὲ τὴν οἰκογένειά του καὶ νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴ Ρόδο.

Ὁ Νικήτας ἦταν πολὺ μικρός, ὅταν συνέβη τὸ γεγονός, καὶ μεγάλωσε μὲ τὸ ὄνομα Μεχμέτ, ἀγνοώντας τὴ χριστιανικὴ καταγωγή του. Παίζοντας κάποια ἡμέρα ἦλθε σὲ φιλονικία μὲ ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ τῶν ὀθωμανῶν καὶ ἡ μητέρα του τὸν ἔβρισε ἀποκαλώντας τον «Γκιαούρη», δηλαδὴ ἄπιστο. Ὁ Μεχμὲτ προσβλήθηκε, γιατὶ εἶχε μεγάλο ζῆλο γιὰ τὸν μουσουλμανισμό, καὶ ρώτησε τὴν δική του μητέρα νὰ τοῦ πεῖ γιατὶ ἡ γυναίκα ἐκείνη τὸν ἔβρισε μὲ λέξεις ποὺ οἱ ὀθωμανοὶ χρησιμοποιοῦσαν μόνο ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν. Αὐτή, λόγῳ τῆς ἐπιμονῆς του, ἀναγκάστηκε νὰ τοῦ ὁμολογήσει τὴν ἀλήθεια καὶ ἔτσι ἔμαθε ὁ μακάριος ὅτι εἶχε γεννηθεῖ Χριστιανὸς καὶ ὅτι ἔλαβε κατὰ τὸ ἅγιο Βάπτισμα τὸ ὄνομα Νικήτας.

Τὸ γεγονὸς τοῦ ἀκούσιου ἐξισλαμισμοῦ του συντάραξε τὴν ψυχή του καὶ πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ ἐπιστρέψει στὴν ἀληθινὴ πίστη τῶν πατέρων του. Ὑπακούοντας στὴ συνείδησή του ἐγκατέλειψε τὴν οἰκογένειά του καὶ ἀναχώρησε γιὰ τὴ Χίο. Φτάνοντας ἐκεῖ ἀνέβηκε στὴ Νέα Μονή, ἀνέφερε στὸν Ἡγούμενο τὴν ἀπόφασή του καὶ τοῦ ζήτησε νὰ τὸν συμβουλεύσει γιὰ τὴ σωτηρία του. Ἐκεῖνος τοῦ συνέστησε νὰ ἀπευθυνθεῖ στὸν Ἅγιο Μακάριο Κορίνθου, ποὺ διέμενε τότε στὸ νησί. Ὁ Ἅγιος ἄκουσε τὴν ἐξομολόγησή του, τὸν ἐπανένταξε στὴν Ἐκκλησία μὲ τὸ ἅγιο Χρῖσμα καὶ ἀνέλαβε τὴν πνευματική του καθοδήγηση. Ὁ Νικήτας ἔμεινε στὴ Μονὴ διανύοντας αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ ἐκφράζοντας τὴν εὐλάβειά του μὲ παιδαριώδεις τρόπους, ὥστε νὰ κάνει πολλοὺς νὰ σκέφτονται ὅτι εἶχε χάσει τὰ λογικά του. Γιὰ μεγαλύτερη ἄσκηση καὶ σκληραγωγία ἀνέβηκε στὸ σπήλαιο τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ ἔζησε κοντὰ στὸν ἐρημίτη Ἄνθιμο, στὸν ὁποῖο καὶ ἐξομολογήθηκε τὸν πόθο του γιὰ τὸ μαρτύριο. Μετὰ ἀπὸ λίγο διάστημα ἐπέστρεψε στὴ Μονὴ καὶ ζήτησε τὴν ἄδεια τῶν Πατέρων γιὰ νὰ ἐκτελέσει τὴν ἐπιθυμία του. Αὐτοὶ τὸν συμβούλεψαν κατάλληλα καί, ἀφοῦ τέλεσαν Παράκληση στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τοῦ ἔδωσαν τὴν εὐλογία νὰ παρουσιαστεῖ στοὺς τυράννους καὶ νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστό.

Ὅταν ἔφθασε ὁ μακάριος στὴ Χώρα τῆς Χίου, δὲν ἄργησε νὰ συλληφθεῖ ἀπὸ τοὺς Τούρκους φοροεισπράκτορες μὲ τὴν ἀπαίτηση νὰ πληρώσει τὸν φόρο ποὺ πλήρωναν οἱ Χριστιανοί, τὸ κοινῶς λεγόμενο χαράτσι. Ἐνῶ κρατοῦνταν δέσμιος κοντὰ σὲ ἕνα καφενεῖο πέρασε ἀπὸ ἐκεῖ ἕνας γνωστός του Ἱερέας, ὁ παπᾶ-Δανιήλ, τὸν χαιρέτησε μὲ τὸ μουσουλμανικό του ὄνομα καὶ ρώτησε νὰ μάθει ποιὸς ἦταν ὁ λόγος τῆς συλλήψεώς του. Ὅταν ἔμαθε τὴν αἰτία, ἐξέφρασε τὴν ἀπορία πῶς γίνεται οἱ τοῦρκοι νὰ ζητοῦν ἀπὸ ἕναν ὁμόθρησκό τους νὰ πληρώσει φόρο ποὺ ἀναλογεῖ σὲ Χριστιανούς. Οἱ τοῦρκοι ποὺ τὸν κρατοῦσαν, ὅταν τὸν ἄκουσαν νὰ δηλώνει στὸν Ἱερέα ὅτι εἶναι Χριστιανός, τὸν ὁδήγησαν ἀμέσως στὸν Ἀγᾶ, μπροστὰ στὸν ὁποῖο ὁ Νικήτας ὁμολόγησε τὴν μεταστροφή του καὶ τὴ βούλησή του νὰ παραμείνει στὴν ἀληθινὴ πίστη. Ὁ Ἀγᾶς τότε ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν φυλακίσουν καὶ γιὰ δέκα μέρες νὰ τὸν βασανίσουν ὥστε νὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ ἀλλάξει γνώμη. Κάθε μέρα τὸν ἔβγαζαν ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ τὸν βασάνιζαν μὲ ἀπάνθρωπο τρόπο. Ἀνάμεσα στὰ ἄλλα τὸν ἔρριξαν μέσα σὲ σταῦλο γιὰ νὰ τὸν ποδοπατήσουν ἄγρια ἄλογα καί, ὅταν ἐκεῖνος μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ διαφυλάχθηκε ἀβλαβής, τὸν ἔκλεισαν πάλι στὴ φυλακή, τὸ κελλὶ τῆς ὁποίας φωτίστηκε ἀπὸ οὐράνιο φῶς.

Ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ δέκα ἡμέρες, ὁ Μάρτυς παραδόθηκε στὸν μανιασμένο ὄχλο καὶ ὁδηγήθηκε στὴν ἄκρη τῆς πόλης, κάτω ἀπὸ τὸ Μετόχιο τῆς Μονῆς τῶν Ἱβήρων1. Ἐκεῖ οἱ ὀθωμανοὶ ἐπανέλαβαν γιὰ τελευταία φορὰ τὶς προτάσεις τους νὰ ἐπιστρέψει στὸν μουσουλμανισμὸ ἀλλὰ ἐκεῖνος ἐπέμενε λέγοντας: «Χριστιανὸς εἶμαι, ὀνομάζομαι Νικήτας καὶ Νικήτας θέλω νὰ ἀποθάνω». Προσπάθησαν νὰ τὸν μεταπείσουν γονατίζοντάς τον πολλὲς φορὲς σὲ στάση ἐκτέλεσης καὶ σηκώνοντάς τον, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀμετάπειστος τοὺς ἔλεγε· «Γιατὶ ἀργεῖτε; Θανατῶστέ με γρήγορα γιὰ νὰ ἀπολαύσω τὰ ἀγαθὰ τοῦ Παραδείσου». Ὁ δήμιος ἅρπαξε τότε τὸ ξίφος καὶ τὸ κατέβασε πολλὲς φορὲς στὸν αὐχένα τοῦ Μάρτυρος, ἀποκόπτοντάς τον μὲ μικρὰ ἐπαναλαμβανόμενα χτυπήματα, γιὰ νὰ ἐπιτείνει τὸ μαρτύριο καὶ νὰ τοῦ προκαλέσει μεγαλύτερο πόνο. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ πολύαθλος Νικήτας ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου στὶς 21 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1792, στὴν ἡλικία τῶν δεκαπέντε ἐτῶν. Οἱ εὐσεβεῖς μάζεψαν μὲ εὐλάβεια τὸ μαρτυρικὸ α}ιμα καὶ τυφλοί, ποὺ ἔχρισαν μ᾿ αὐτὸ τὰ μάτια τους ἀπέκτησαν τὸ φῶς τους. Οἱ τοῦρκοι πέταξαν λάσπη καὶ ἀκαθαρσίες πάνω στὸ ἅγιο λείψανο γιὰ νὰ τὸ ἀτιμάσουν ἀλλὰ αὐτὸ ἔμεινε καθαρὸ καὶ ἄσπιλο γιὰ πολλὲς ἡμέρες. Τέλος γιὰ νὰ μὴν τὸ τιμήσουν οἱ Χριστιανοὶ τὸ ἔρριξαν στὴ θάλασσα. Ἡ τιμία Κάρα του διασώθηκε καὶ φυλάσσεται στὴ Μονὴ τῶν Ἱβήρων.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.

Θείας πίστεως, λαβὼν τὴν χάριν, χαίρων ἔδραμες, πρὸς μαρτυρίου, τὸν ἀγῶνα Νικήτα μακάριε, καὶ φερωνύμως νικήσας τὸν τύραννον, νίκης ἐδέξω τὸν ἄφθαρτον στέφανον. Ὅθεν πρέσβευε, Χριστῷ τῷ Θεῷ δωρήσασθαι, πταισμάτων ἱλασμὸν τοῖς εὐφημοῦσί σε.

Κοντάκιον. Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Νεοφανὴς ὥσπερ ἀστὴρ Ἀθλοφόρε, ἐξανατείλας τῇ σεπτῇ Ἐκκλησίᾳ, τῶν εὐσεβῶν κατηύγασας τὰ πρόσωπα, πόθῳ εὐφημούντων σε, καὶ τελούντων Νικήτα, σῆς στεῤῥᾶς ἀθλήσεως, τὴν ὑπέρλαμπρον μνήμην, καὶ ἐκβοώντων· Δόξα σοι Χριστέ, τῷ τὸν ὁπλίτην τὸν σὸν στεφανώσαντι.

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις τῆς Νισύρου θεῖος βλαστός, καὶ τῶν Ἀθλοφόρων, ὁ θεσπέσιος κοινωνός· χαίροις ὁ τὴν Χίον, αἱμάτων σου τιμίων, τοῖς ῥείθροις ἁγιάσας, Νικήτα ἔνδοξε.

Πηγή: www.imr.gr
_________________________________________________

ΙΟΥΝΙΟΥ 21. ΝΙΚΗΤΑ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΝΙΣΥΡΙΟΥ 2. ΒΙΟΣ

Οὗτος ὁ νέος Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Νικήτας, ἦτον ἀπὸ τὴν Νίσυρον, ἡ ὁποία εἶναι μία μικρὰ νῆσος, ἀναμεταξὺ τῆς Κῶ καὶ τῆς Ρόδου κειμένη. Χριστιανῶν γονέων υἱός· ὁ δὲ πατὴρ αὐτοῦ, ὡς ἐπισημότερος τῶν ἄλλων, ἦτο προεστὼς τῆς νῆσου, ἀλλ’ ὅμως διὰ κάποια του ἐγκλήματα, τὸν ἔσυραν εἰς τὸ κριτήριον, καὶ ἐκεῖ κρινόμενος καὶ ἐξεταζόμενος ἐφοβήθη, καὶ ἐπροτίμησεν ὁ ἄφρων τὴν πρόσκαιρον ταύτην ζωὴν, ἀπὸ τὴν αἰώνιον. Ὅθεν ἀρνηθεὶς τὴν εἰς Χριστὸν πίστιν, ἐτούρκευσεν ὁ τρισάθλιος, καὶ οὗτως ἀπέφυγεν τὴν κρίσιν, ἀφ’ οὗ δὲ ἐτούρκευσεν αὐτὸς, συνέλαβον οἱ Ἀγαρηνοὶ καὶ τὰ παιδιά του, κατὰ τὴν συνήθειάν τους, καὶ τὰ ἐτούρκευσαν, μετὰ δὲ τῶν ἄλλων ἐτούρκευσαν καὶ τοῦτον τὸν Νικήταν, περὶ τοῦ ὁποίου εἶναι ἐνταῦθα ὁ λόγος. Ὁμοίως καὶ ἡ μήτηρ του [διὰ νὰ μὴ χωρισθῇ ἴσως ἀπὸ τὰ τέκνα της, ἄδηλος γὰρ ἡ αἰτία] , ἀρνηθεῖσα τὸν Χριστὸν, ἐδέχθη τὸν τουρκισμὸ ἡ παναθλία, καὶ ὅλη πλέον ἡ οἰκογένεια ἐκείνη, παρεδόθη τῷ Σατανᾷ. Ὁ δὲ Νικήτας, τόσον πολλὰ νέος ἦτον εἰς τὴν ἡλικίαν τότε, ὥστε ὅπου δὲν ἔλαβε παντελῶς ἰδέαν χριστιανισμοῦ, ἀλλὰ τοῦρκος ἐγνώρισε τὸν κόσμον, καὶ μὲ τουρκικὰ φρονήματα ἀνετρέφετο, καὶ προέκοπτε μάλιστα ἐν τῷ μωαμεθανισμῷ, καθὼς ὁ Παῦλος ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῳ προτοῦ νὰ φωτισθῆ οὐρανόθεν, καὶ νὰ ἐλθῃ εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας. Ἐπρόκοπτε λέγω, καὶ πολὺν ἐδείκνυε ζήλον διὰ τὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη. Ὅθεν καὶ ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς, ὁ θέλων πάντας σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν, ἀπὸ τὸν ζῆλον ἐκεῖνον τὸν οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν, τὸν ἔφερεν εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας καὶ θεοσεβείας, καθὼς καὶ τὸν θεῖον Παῦλον. Πῶς δὲ καὶ μὲ ποῖον τρόπον, ἀκούσατε συντόμως τὴν περὶ τούτου διήγησιν, διὰ νὰ θαυμάσητε τοὺς νόμους ὁποῦ μεταχειρίζεται ἡ πάνσοφος τοῦ Θεοῦ πρόνοια διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων.

Συνέβη ἐν μίᾳ τῶν ἡμερῶν, νὰ μαλώση μὲ ἕνα τουρκόπουλον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐσυναναστρέφετο, καὶ ἡ μήτηρ ἐκείνου τοῦ ἄλλου παιδίου, ἠξεύρουσα τὰ περὶ τοῦ Νικήτα, τὸν ὕβρισε, καὶ πολλὰ σκληρὰ λόγια τὸν ἐλάλησεν, ὀνομάζουσα αὐτὸν μουρτάτην [ἀκάθαρτον] καὶ ἄπιστον, καὶ ἄλλα παρόμοια ὁποῦ συνηθίζουν αὐτοὶ νὰ λέγουν εἰς τοὺς ἀπὸ χριστιανῶν εἰς τὴν πλάνην αὐτῶν ἐπιστρέφοντας. Ὁ δὲ Νικήτας ἄν καὶ παιδίον, πλὴν ζηλωτὴς, καθὼς εἴρηται, δὲν ὑπέφερεν τὰς ὕβρεις καὶ τοὺς ὀνειδισμοὺς ἐκείνους. Ὅθεν τρέχει μὲ πολλὴν λύπην καὶ ἀγανάκτησιν, καὶ φανερώνει τὰ γενόμενα εἰς τὴν μητέραν του, καὶ ζητεῖ ἀπαραιτήτως ἀπὸ αὐτὴν νὰ τοῦ εἰπῇ διὰ ποίαν αἰτίαν νὰ τὸν ὀνειδίζῃ ὡς ἄπιστον. Αὐτὴ ὅμως τὸν ἔλεγε, νὰ μὴν νομίσῃ τίποτε, λέγουσα· Δὲν σὲ μέλει, ἀς τὸ εἶπε. Τίποτε δὲν εἶναι, ὁ θυμὸς τὴν ἐπαρακίνησε νὰ τὸ εἰπῇ. Ὁ δὲ Νικήτας δὲν κατεπείθετο· ἀλλ’ ἐζήτει μὲ μεγάλην ἔρευναν, ὡσὰν νὰ τὸν ἐβίαζε τις νὰ μάθῃ. Τέλος πάντων, ὕστερον ἀπὸ πολλὴν ὥραν καὶ ἀπὸ πολλὴν ἐξέτασιν βιασθεῖσα, τοῦ διηγήθη τὴν ἀρχήν τους· τὶ ἦσαν, καὶ ποῦ κατήντησαν. Ταῦτα παρὰ τῆς μητρός του ἀκούσας τὴν ἠρώτησεν, λέγων· Καὶ τί μὲ ἔλεγαν ὅταν ἤμην Χριστιανός; Καὶ αὐτὴ ἀπεκρίθη ὅτι τὸν ὠνόμαζον Νικήταν. Ἐσιώπησε λοιπὸν καὶ ἡσύχασε πλέον, μαθὼν ὅτι δικαίως, τρόπον τινὰ, τὸν ὠνείδισεν, ὡσὰν ὁποῦ δὲν ἦτον ἀπὸ τοὺς προγόνους του τοῦρκος, ὅμως κατὰ ἄλλον τρόπον ἐσυγχίσθη καὶ ἐλυπήθη λύπην μεγάλην, διὰ τί νὰ χάση τὴν προγονικήν του πίστιν, καὶ νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν τουρκικὴν, τὴν ξένην, ὑβριζόμενος καὶ ὡς ἄπιστος. Τοιοῦτοι θεϊκοὶ καὶ σωτήριοι λογισμοὶ ἀνέβησαν εἰς τὸν νοῦν τοῦ εὐλογημένου Νικήτα, ὅθεν ἐσυλλογίζετο μόνος, χωρὶς νὰ φανερώσῃ τοὺς λογισμούς του εἴς τινα, μὲ ποῖον τρόπον νὰ ἐπιστρέψῃ καὶ νὰ ἔλθῃ πάλιν εἰς τὴν προγονικήν του χριστιανικὴν πίστιν. Εἰς καιροὺς ὁποῦ τοὺς τοιούτους λογισμοὺς ἔτρεφε μέσα εἰς τὸν νοῦν του, καὶ ἐζήτει εὐκαιρίαν νὰ φύγη κρυφίως ἀπὸ τοὺς γονείς του, διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς ἄλλον χριστιανικὸν τόπον καὶ ἐμποδίζετο ἀπὸ πλοῖον, καὶ ἀπὸ τὰ χρειαζούμενα τοῦ ταξειδίου, εἰς ἕνα τοιοῦτον καιρὸν λέγω εὐδόκησεν ὁ Θεὸς, καὶ εὑρέθη καΐκι, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον ἐμβαρκαρίσθη, καὶ ἐβγῆκεν εἰς ἕνα ἀπὸ τὰ Μαστιχόχωρα τῆς Χίου, Λιθῆς λιμένας λεγόμενον.

Ἐξελθὼν δὲ εἰς κάποιον μέρος ἐκεῖ ξένος καὶ ἀγνώριστος, ἠκολούθησεν ἕναν δρόμον, χωρὶς νὰ ἠξεύρῃ ποὺ ὑπάγει, μὲ καλὰς ἐλπίδας ὅμως, ὅτι ὁ Θεὸς θέλει τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὸ θέλημά του τὸ ἅγιον. Καὶ κατὰ ἀλήθειαν οὕτως ἔγινεν, διότι ὁ Θεὸς, ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τῶν φοβουμένων αὐτὸν, τὸν ὡδήγησε καὶ τὸν ἔφερε, μὲ κάθε λογῆς ἀσφάλειαν, ὡσὰν εἰς λιμένα σωτήριον, εἰς τὴν Νέαν Μονὴν. Ἐλθὼν δὲ ἐκεῖ, ἐφανέρωσεν εἰς τὸν ἡγούμενον, τὶ ἄνθρωπος ἦτον καὶ ποῖον σκοπὸν εἶχε, καὶ ἐζήτει παρ’ αὐτοῦ συμβουλὴν τί νὰ κάμῃ. Ὁ δὲ ἡγούμενος τὸν ἔστειλε, καὶ ἐξωμολογήθη εἰς ἕνα ἐνάρετον ἀρχιερέα ὁποῦ ἡσύχαζε τότε ἐκεῖ, πρώην Θηβῶν Μακάριον τὸ ὄνομα, ἔπειτα τὸν ἐκατήχησαν, τὸν ἐμύρωσαν, καὶ μετὰ ταῦτα διέτριβε μέσα εἰς τὸ Μοναστήριον, ἀγνώριστος εἰς τοὺς πολλούς. Διατρίβων δὲ ἐκεῖ, ἔκαμνε μερικὰ καλὰ, ἀλλὰ μὲ τρόπον παιδαριώδη. Ἤγουν ἔπερνε κηρία καὶ ἐπήγαινε μόνος εἰς τὸν νάρθηκα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὰ ἤναπτεν, ἄλλα εἰς τὸ μανουάλιον ὁποῦ εἶναι ἐκεῖ, ἄλλα εἰς ἄλλους Ἁγίους ὁποῦ εἶναι τριγύρω εἰς τοὺς τοίχους ζωγραφισμένοι. Ἔπειτα προσηύχετο ὅπως ἤξευρεν, ἐμετάνοιζε καὶ οὕτως ἐπέρνα τὸν καιρόν του μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μὲ νηστείαν καὶ ἐγκράτειαν· ἐζήτησε δὲ καὶ ἁγιασμὸν, καὶ τὸν ἐβάσταζε πάντοτε ἐπάνω του μέσα εἰς ὑάλινον δοχεῖον, καὶ εἰς καθε ὁλίγην ὥρα ἔπινεν ἀπὸ αὐτόν. Δι’ αὐτὰ λοιπὸν καὶ ἄλλα παρόμοια ὁποῦ τὸν ἔβλεπαν νὰ κάμνῃ, ἄλλοι τὸν ἐνόμιζαν σαλλὸν, καὶ ἄλλοι πολλὰ εὐλαβῇ. Μὲ αὐτὰ ὅμως, τόσον ἐθερμάνθη ἀπὸ τὴν ἀγάπην τῆς εὐσεβείας, τόσον ἤναψεν ἡ καρδία του ἀπὸ τὸν ἔρωτα τοῦ Χριστοῦ, ὥστε ὁποῦ ἀκούσας κάποιαν φορὰν τὸν λόγον, ὅτι οἱ ἐξομώσαντες εἶναι χρεία νὰ κηρύξουν παῤῥησίᾳ τὴν πίστιν ὁποῦ ἠρνήθησαν, νὰ ὁμολογήσουν τὸν Χριστὸν, καὶ νὰ χύσουν τὸ αἷμά τους διὰ τὴν ἀγάπην Του, τὸν ἐδέχθη μὲ ἄῤῥητον χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν τῆς ψυχῆς του, καὶ ἐδόθη ὅλος εἰς αὐτὸν τὸν λογισμόν· νὰ ἀποθάνῃ δηλαδὴ ὑπὲρ πίστεως καὶ νὰ μαρτυρήσῃ ὑπὲρ Χριστοῦ, ἀνέβη δὲ μετὰ ταῦτα καὶ εἰς τὸ σπήλαιον τῶν Ἁγίων Πατέρων [εἶναι δὲ αὐτὸ τὸ σπήλαιον ἐπάνω εἰς ἕνα ὅρος, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον ἠσκήτευον οἱ Ὅσιοι Πατέρες οἱ κτίτορες τῆς Μονῆς, καὶ οἱ μεταγενέστεροι τὸ ἔκαμαν Ἐκκλησία], καὶ ἔκαμνε πάλιν τὰ ἴδια· ἤναπτε κηρία, προσηύχετο, ἔκαμνε γονυκλισίας. Πρὸς τούτοις ὤν ἀποφασισμένος εἰς τὴν ὑπὲρ Χριστοῦ θάνατον, ἔκαμνε καὶ ἄλλο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον μάλιστα, ἐνόμισαν ἐκεῖνοι ὁποῦ τὸν εἶδον, ὅτι δὲν ἔχει σώας τὰς φρένας του· ἐκάθησε, λέγω, μόνος του, καὶ ἐξέσχισεν ἕνα ἀρκετὸν μέρος ἀπὸ τὸ φόρεμά του καὶ τὸ ἔδωκεν εἰς τοὺς ἐκεῖ ἡσυχάζοντας, λέγων εἰς αὐτοὺς νὰ σπογγίζουν τὰς χεῖράς των, ὅταν ἀνάπτουν τὰ κανδήλια. Ἔπειτα ἔῤῥαψε, καὶ ἤνωσε πάλιν τὸ ἐπίλοιπον φόρεμα. Μετὰ ταῦτα, ἐξερχόμενος πλέον ἔξω ἀπὸ τὴν πόρταν νὰ φύγῃ, εἶπε πρὸς τοὺς Μοναχούς· Εὔχεσθε ὑπὲρ ἑμοῦ νὰ τελειώσω τὸν πόθον μου, καὶ τὸν σκοπόν μου. Οἱ δὲ ἐρωτήσαντες αὐτὸν , τίς καὶ πόθεν ἦτο, καὶ ποῖος ἦτον ὁ σκοπός του, ἔμαθον ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιον ἀκριβῶς τὰ πάντα, καὶ ἐθαύμασαν εἰς τὴν ἀνδρείαν ὁποῦ ἔδειχνε. Τότε ἐγνώρισαν, ὅτι καὶ τὸ νὰ δώσῃ εἰς ὑπηρεσίαν τοῦ ναοῦ, ὄχι τὸ πεῤῥίσσευμά του, ἀλλὰ τὸ ἀναγκαῖον καὶ ἀπαραίτητον σκέπασμα τοῦ σώματός του, ἦτον σημείον τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης του, καὶ ἀνώτερο καὶ ἀπὸ τὸ ἔργον τῆς εὐαγγελικῆς ἐκείνης χήρας, ἡ ὁποῖα ἔβαλε τὰ δύο λεπτὰ εἰς τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ Αὐτὰ, ἠκούσαμεν ἀδελφοὶ, μὲ τὰ ἴδιά μας ὦτα καὶ ἐμάθομεν αὐτοπροσώπως ἀπὸ τὸν πανοσιώτατο παπᾶ Ἄνθιμον, τὸν ἐπικληθέντα Ἁγιοπατερίτην, μὲ τὸ νὰ ἡσύχαζεν ἐκεῖ εἰς τὸ ἡσυχαστήριον τῶν Ὁσίων Πατέρων, ἀπὸ ἄνθρωπον δηλονότι φιλαληθέστατον, καὶ μεγάλης ὑπολήψεως διὰ τὴν ἀρετή του. Ἀπὸ τὰ ὁποῖα, ἄλλα μὲν ἤκουσεν ὁ ἴδιος, ἀμέσως ἀπὸ τὸν Μάρτυρα Νικήταν ἄλλὰ δὲ ἀπὸ τοὺς καλογήρους τῆς Μονῆς. Ἀναχωρήσας δὲ ἀπὸ ἐκεῖ, ἔπειτα κατέβη πάλιν εἰς τὴν Μονὴν, καὶ ἐζήτει ἄδειαν ἀπὸ τοὺς πατέρας νὰ παῤῥησιασθῇ, διὰ νὰ μαρτυρήση. Τότε λοιπὸν, συνελθόντες ὅλοι ὁμοῦ οἱ προεστῶτες, ἐσυνωμίλησαν τί νὰ κάμουν περὶ αὐτοῦ. Καὶ τινὲς μὲν εὕρισκον εὔλογον νὰ μὴν τὸν ἀφήσουν νὰ παῤῥησιασθῇ, διότι ἦτον πολλὰ νέος [ἔως δεκαπέντε ἤ δέκα ἕξ χρόνων], φοβούμενοι μήπως δὲν ἤθελε νὰ δυνηθῇ νὰ βαστάξῃ τὰ βάσανα τοῦ μαρτυρίου, καὶ μείνῃ πάλιν εἰς τὴν ἀσέβειαν ὡς καὶ πρότερον, ἀφοῦ ἦτον δυνατὸν νὰ περάση τὴν ζωήν του εἰς τὸ κρυπτὸν χριστιανικὰ καὶ νὰ σωθῇ. Ἄλλοι πάλιν ἔλεγον, ἀφοῦ αὐτὸς θεληματικῶς ἀφ’ ἑαυτοῦ του, χωρὶς νὰ τοῦ εἰπῇ τις, ἐζήτει τὸ μαρτύριον μὲ προθυμίαν πολλὴν, δὲν πρέπει νὰ τὸν ἐμποδίσουν.

Τέλος πάντων ἀπεφάσισαν, ὅτι νὰ κάμουν μίαν παράκλησιν εἰς τὴν Παναγίαν πρότερον, καὶ ἔπειτα νὰ τὸν ἐξαποστείλουν εἰς τὸν ποθούμενον δρόμον καὶ οὕτως ἔγινε. Μετὰ τὴν παράκλησιν ἐκείνην λοιπὸν, λαβὼν εὐλογίαν καὶ συγχώρησιν καὶ ὁδηγὸν τοῦ δρόμου, κατέβη εἰς τὴν χώραν, ἐλθὼν δὲ εἰς κάποιον μέρος ὅπου λέγεται Μόλος, ἐπιάσθη, διὰ τὸ χαράτζι [φόρον] [ἦτον δὲ τότε ἄνθρωπος τοῦ χαρατζῆ ἕνας κακότροπος ἄνθρωπος Κρημλῆς τὸ γένος]. Ἀλλ’ ἐπειδὴ χαρτὶ δὲν εἶχεν, οὐδὲ ἄσπρα νὰ πληρώσῃ, προφασιζόμενος, ὅτι ἦτον καραβοτσακισμένος, τὸν ἔσερνεν εἰς τὴν φυλακὴν, ὁδηγήσας δὲ αὐτὸν ἔξω, εἰς τόπον λεγόμενον Βουνάκι, τὸν ἔστησεν ἔξω ἀπὸ ἕνα καφενεῖον, καὶ ἐπαραμόνευε νὰ πιάσῃ καὶ ἄλλους διὰ τὸ χαράτζι, νὰ τους ὑπάγῃ ὅλους εἰς τὴν φυλακήν. Ἀλλὰ, τὴν ὥραν ἐκείνην, ἰδοῦ περνᾷ ἀπὸ ἐκεῖ ἕνας γνώριμός του, παπᾶ Δανιὴλ τὸ ὄνομα, καὶ βλέπων αὐτὸν τὸν ἐχαιρέτησε, κράζων αὐτὸν μὲ τὸ ὄνομά του, Μεϊμέτην, καὶ ἀκολούθως ἐξήταζε διὰ ποίαν αἰτίαν ἦταν κρατημένος ἐκεῖ.

Ἀκούσας δὲ ὅτι τὸ χαράτζι, καὶ ἀγνοῶν τὸν σκοπὸν τοῦ Νικήτα, ἔλεγε: Τώρα νέον ἔγινε νὰ πληρώνουν καὶ οἱ Τούρκοι χαράτζι; Ταῦτα ὁ νέος ἀκούσας, ἐφώναξε: Τί λέγεις ἄνθρωπε; Λάθος ἔχεις, ἐγὼ εἶμαι χριστιανὸς, ὀνομάζομαι Νικήτας. Ὁ δὲ προειρημένος Κρημλῆς εὑρισκόμενος ἐκεῖ πλησίον, ἤκουσε τὰ λόγια ταῦτα. Ὅθεν ἠρώτα καὶ ἐξήταζεν. Ἐπειδὴ ὁ θεόφρων Νικήτας, ἔλεγεν ὅτι ἦτον χριστιανὸς, καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἦτο λανθασμένος, διὰ τοῦτο τὸν ὡδήγησεν εἰς τὸ κονάκι, καὶ τὸν ἀνέβασεν εἰς τὸν Ἀγᾶν. Ἐκεῖ δὲ ἠρωτήθη καὶ ἐξητάσθη ἔμπροσθεν εἰς πολλοὺς, καὶ αὐτὸς ἀπεκρίθη καθὼς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον τὸν ἐφώτισε τὴν ὥραν ἐκείνην· τὸ γὰρ Ἅγιον Πνεῦμα [λέγει ἡ Κυριακῇ ὑπόσχεσις] ΄΄διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τῇ ὥρα ἅ δεῖ εἰπεῖν΄΄. Ἀφ’ οὖ ὅμως περιεργότερον ἐρευνήσαντες, εὑρῆκαν τὴν μυσαρὰν σφραγῖδα τῆς θρησκείας των, ἤρχισαν νὰ φωνάζουν καὶ νὰ τὸν ὑβρίζουν, διατὶ ἐτόλμησε νὰ ἀρνηθῇ τὴν πίστιν των, καὶ νὰ γίνει χριστιανός. Ἔπειτα καὶ μὲ μυρίας τιμωρίας τὸν ἐφοβέριζαν μὲ κάθε τρόπον καὶ τὸν ἠνάγκαζαν νὰ μένη Τοῦρκος, νὰ μὴν ἀτιμάσῃ τὴν θρησκείαν τους, ἐπιστρέφων πάλιν εἰς τὴν χριστιανικὴν πίστιν. Ὁ θεῖος Νικήτας ὅμως, οὔτε διὰ τὰς ὕβρεις ὁποῦ διὰ τὸν Χριστὸν ἤκουσεν, ἐντράπηκε, οὐτε διὰ τοὺς φοβερισμοὺς ἐφοβήθη, ἀλλ’ ἔμενε στεῤῥὸς καὶ ἀκλόνητος εἰς τὴν ὁμολογίαν τῆς πίστεώς του, τὴν δὲ θρησκείαν ἐκείνων ἤλεγχε καὶ ἠρνεῖτο, καὶ μὲ τέλειον μῖσος τὴν ἀπεστρέφετο.

Τί δὲ οἱ Ἀγαρηνοί; Ἀφ’ οὖ πλέον τὸν ἐγνώρισαν ὅτι δὲν εἶχεν, ὡς παιδίον, παιδαριώδη φόβον καὶ δειλίαν, ἀλλ’ εἶχεν ἀνδρικὸν, γενναῖον φρόνημα, ἐδοκίμασαν μὲ ἄλλον τρόπον νὰ μεταβάλλουν τὴν γνώμην του καὶ μὲ κολακείας δηλονότι πολλὰς, μὲ ὑποσχέσεις διαφόρων ἀγαθῶν, πλοῦτου, δόξης, καὶ τῶν ὁμοίων. Καὶ ταῦτα μὲν ἐκεῖνοι οἱ ματαιόφρονες ὑπέσχοντο καὶ ἔταζαν. Τί δὲ ὁ οὐρανόφρων καὶ γενναῖος τοῦ Χριστοῦ ἀθλητής; Καθὼς τοὺς πρότερους φοβερισμοὺς δὲν ἐλογάριασε διὰ τίποτε, οὕτω καὶ τὰς κολακείας δὲν ἐδέχθη, οὐδὲ τὰς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του παντελῶς. καὶ ὄχι μόνον δὲν μετεβλήθη παντελῶς ἀπὸ αὐτὰ ἡ γνώμη του, καθὼς ἐκεῖνοι ἤλπιζαν, ἀλλὰ μάλιστα τὸ ἐναντίον ἐγένετο. Ὅσον ἐβιάζετο ἀπὸ αὐτοὺς νὰ προδώση τὴν εὐσέβειαν, τόσον ἤναπτεν ἀπὸ τὴν φλόγα τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀγάπης. Ὅθεν, χωρὶς νὰ συλλογισθῇ τὴν ὥραν ἐκείνην, ὅτι ἦτον ὡσὰν ἕνα πρόβατον, ἐν μέσῳ πολλῶν αἱμοβόρων λύκων, χωρὶς νὰ βάλῃ εἰς τὸν νοῦν του, ὅτι ἔμελλε νὰ παραδώσῃ τὸ τρυφερώτατον καὶ ἀπαλώτατον σῶμά του εἰς τὰς χείρας ἀνθρώπων σκληρῶν καὶ ἀσπλάχνων, καὶ μὲ ψυχῆς γενναιότητα ἐστάθη εἰς τὸ μέσον τῶν ἀγαρηνῶν ἐκείνων καὶ ἐκήρυξε τὴν εὐσέβειαν. Ὡμολόγησε μὲ κάθε ἐλευθεροστομίαν, τὸν μὲν Χριστὸν, Θεὸν ἀληθινὸν, τὸν δὲ ἀρχηγὸν τῆς θρησκείας των, ἤλεγξε πολλὰ καὶ ἐθεάτρισε.

Βλέποντες λοιπὸν ἐκεῖνοι τὸ ἀμετάθετον τῆς γνώμης του, καὶ μάλιστα μὴ ὑποφέροντες τὸγενναῖον φρόνημα καὶ τὴν μεγάλην παῤῥησίαν, ἠγανάκτησαν, ἤναψαν ἀπὸ τὸν θυμὸν, καὶ μὲ ὕβρεις καὶ δαρμοὺς πολλοὺς τὸν ἐφυλάκισαν, καὶ μὲ διαφόρους βασάνους τὸν ἐβασάνισαν. Ὁ δὲ Μάρτυς, μὲ νηστείαν καὶ προσευχὴν, ἐζήτει τὴν ἐξ ὕψους βοήθειαν καὶ δύναμιν. Ἔλεγον δὲ οἱ εὑρεθέντες χριστιανοὶ μέσα εἰς τὴν φυλακὴν, ὅτι τὸν ἐπαρεκίνησαν πολλὰ νὰ φάγῃ, καὶ αὐτὸς ἀπεκρίθη πρὸς αὐτοὺς, ὅτι: Ἐγὼ τρέφομαι μὲ τροφὴν, τὴν ὁποίαν ἐσεῖς δὲν δύνασθε νὰ αἰσθανθῆτε. Ἔπειτα, καὶ εἰς τοὺς πόδας, διὰ νὰ τὸν καταπατήσουν, καὶ νὰ τὸν θανατώσουν κρυφίως μὲσα εἰς τὸν σταῦλον διὰ νὰ μὴν ἀκούεται ἔξω εἰς τοὺς Χριστιανοὺς ἡ παῤῥησία καὶ ἡ άνδρεία του. Ἀλλ’ ἀφοῦ, θείᾳ βοηθείᾳ, ἔμενεν ἀβλαβὴς καὶ ἀπὸ τὰ ἄλογα, τὸν ἔβγαλαν ἐκεῖθεν, καὶ τὸν ἔβαλαν εἰς τὴν σκοτεινὴν φυλακὴν, μὲσα εἰς τὸ κάστρον, καὶ ἐκεῖ τοῦ ἔκαμαν πολλὰ καὶ δεινὰ κολαστήρια, καθὼς ἠκούετο τότε, ἐπὶ δέκα ἡμερονύκτια. Ὅμως, ποῖα, καὶ τί εἴδους ἦτον ἐκεῖνα τὰ μαρτύρια, δὲν ἠμπόρεσαν νὰ τὰ μάθουν καὶ νὰ μὰς τὰ παραδώσουν ἀκριβῶς. τόσον μόνον ἐφανέρωσαν τινές τοῦρκοι θαυμάζοντες, ὅτι εἶχε πολὺ φῶς τὴν νύκτα ἡ σκοτεινὴ φυλακὴ. Καὶ ὁ ἀοίδημος, τὰ ὑπέφερε ὅλα, μὲ μεγάλην καρτερίαν καὶ γενναιότητα. Τέλος πάντων, τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν φυλακὴν, καὶ ὥρμησε κατ’ αὐτοὺ πλῆθος πολὺ Ἀγαρηνῶν καὶ περικυκλώσαντες τὸν γενναῖον ἀθλητὴν τοῦ Χριστοῦ, ἄλλοι τὸν ἔσυρναν ἐδῶ, ἄλλοι τὸν ἔσπρωχναν ἐκεῖ, ἐκεῖνοι τὸν ἔδερναν ἀπανθρώπως μὲ τὰς χεῖράς των, οὕτοι ἀσπλάγχνως μετὰ μαχαίρια των, καὶ ἄλλοι ἄλλως, καθὼς ἐπαρακινοῦσε καθ’ ἕνα ἡ μανία του καὶ ὁ θυμός του.

Ὁ δὲ τοῦ Χριστοῦ στρατιώτης, συρόμενος ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν, οὕτω βασανιζόμενος, ἔλεγε: Διὰ ποῖον ἔργον θέλετε νὰ μέ φονεύσετε παράνομοι. Διότι ἐκήρυξα τὸν Χριστὸν, Θεὸν ἀληθινὸν; Διότι ἤλεγξα καὶ ἐφανέρωσα τὸ ψεῦδος καὶ τὴν πλάνην τῆς θρησκείας σας; Πλὴν τῶρα με φονεύετε, καὶ ἐγὼ μετὰ χαρᾶς μεγάλης δέχομαι τὸν θάνατον. Ἀλλὰ θέλει ἔλθη καιρὸς νὰ μὲ ἰδῆτε λαμπρὸν καὶ δεδοξασμένον εἰς τὴν δόξαν τοῦ Χριστοῦ μου, διὰ τὸν ὁποῖον ἀποθνήσκω. Ἀφοῦ δὲ, ἔφθασαν εἰς μίαν ἄκραν τῆς πόλεως, ὁποῦ λέγεται κάτω αἰγιαλὸς, τὸν ἔστησαν ὑποκάτω εἰς τὸ Ἱβηρίτικον μετόχι, ἀπὸ τὸ βόρειον μέρος, λέγοντες του νὰ τουρκεύσῃ, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὸν θάνατον. Καὶ αὐτὸς ἔμεινε στεῤῥεὸς εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, λέγων: Χριστιανὸς εἶμαι, Νικήτας ὀνομάζομαι, καὶ Νικήτας μέλλω νὰ ἀποθάνω. Ὅθεν τὸν ἐγονάτισαν πολλαῖς φορὲς, καθὼς μαρτυροῦν οἱ αὐτόπται ἕως καὶ εἰς τὰς ἡμέρας μας διὰ νὰ φοβηθῇ τὴν σφαγὴν, καὶ οὕτω νὰ ἀρνηθῇ τὸν Χριστόν. Οἱ δὲ χριστιανοὶ, βλέποντες τὰ γενόμενα, καὶ φοβούμενοι μήπως καὶ δειλιάσῃ τὸν θάνατον, ἐδέοντο τοῦ Θεοῦ μέσα εἰς τὸν νοῦν του καθ’ ἕνας νὰ τὸν ἐνδυναμώση νὰ τελειώσῃ τὸν δρόμον τοῦ μαρτυρίου. Καὶ ἐξαιρέτως ὁ ἱεροδιδάσκαλος Ἰωακεὶμ, ὁ Καβάκος ἐπιλεγόμενος, ταῦτα βλέπων ἄνωθεν ἀπὸ τὸ Ἁγιοταφιτικὸν Μετόχι, ἵστατο προσευχόμενος ὑπὲρ αὐτοῦ ἀσκεπῆς. Ἐκεῖνος ὅμως ὁ γενναῖος καὶ μεγαλόψυχος, ὅχι μόνον δὲν ἐφοβήθη τὸν θάνατον, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐπεθύμει, καὶ ἔλεγεν εἰς τοὺς Ἀγαρηνοὺς: Διατὶ ἀργοπορεῖτε καὶ δὲν μὲ θανατώνετε τὸ ὀγληγορότερον, νὰ ὑπάγω εἰς τὴν αἰωνίαν ζωὴν, νὰ ἀπολαύσω τὴν μακαριότητα τοῦ Παραδείσου; Ταῦτα ἀκούσας ὁ ἄγριος καὶ θηριώδης ἐκεῖνος Κρημλῆς καὶ βλέπων τοὺς ἄλλους ὅτι ἐσυστέλλοντο καὶ ἐφοβοῦντο νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν, ὡσὰν ὁποῦ ἦσαν ἀσυνείθιστοι εἰς ἀνθρώπου σφαγὴν, ὥρμησε μὲ πολλὴν μανίαν, καὶ τοῦ ἀπέκοψε τὴν τιμίαν κεφαλὴν μὲ πολλαῖς μαχαιριαῖς, διὰ νὰ τοῦ αὐξήση τὴν τιμωρίαν καὶ τοὺς πόνους. Καὶ οὕτως ἔλαβε τὸ μακάριον τέλος ὁ θεῖος Νικήτας, κατὰ τοὺς χιλίους ἑπτακοσίους τριάκοντα δύο χρόνους [1732] ἀπὸ Χριστοῦ, κατὰ τὴν εἰκοστὴν πρώτην τοῦ Ἰουνίου μηνός.

Τυφλοὶ δὲ τινὲς, ἀλείψαντες τοὺς ὀφθαλμούς των μὲ τὸ θεῖον αἷμα τοῦ Μάρτυρος, ἀνέβλεψαν καὶ εἶδον τὸ φῶς δοξάζοντες τὸν Θεὸν, καὶ τὸν Μάρτυρα Νικήταν, κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ πανοσιολογιωτάτου κὺρ Ἀθανασίου τοῦ Ἱβηρίτου, ὅστις παρὼν ἔβλεπεν τὰ γενόμενα, καὶ μετὰ ταῦτα ἐσύνθεσε τὴν ἀκολουθίαν του. Δὲν ἐυχαριστήθησαν ὅμως ἕως ἐδῶ οἱ Ἀγαρηνοὶ, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀποτομὴν τῆς τιμίας του κεφαλῆς, ἔδειξαν εἰς τὸν Μάρτυρα τὴν ὑπερβολὴν τῆς κακίας των. Ὅθεν, ἐπειδὴ καὶ οἱ χριστιανοὶ ἔπερναν διὰ ἁγιασμὸν καὶ βοήθειάν τους, ὅ,τι ἠδύνατο καθ’ ἕνας ἀπὸ τὸ μαρτυρικὸν σῶμα, ἄλλος ἀπὸ τὸ φόρεμά του, ἄλλος ἀπὸ τὸ ἐκχυθὲν αἷμα του, διὰ τοῦτο φθονήσαντες, ἔπερναν μὲ τὸν κουβᾶν ἀπὸ ταῖς ἀκαθαρσίαις ὁποῦ ἦσαν ἐκεῖ κοντὰ εἰς ἕνα βόρβορον, καὶ ἔχυναν ἐπάνω εἰς τὸ Ἅγιόν του λείψανον, διὰ νὰ τὸ μολύνουν οἱ ρυπαρώτατοι. Ὁ δὲ Θεὸς ὅμως, ἐδόξασε τὸν Μάρτυρα, καὶ παντάπασι δὲν ἐμολύνθη, ἀλλὰ παρευθὺς, ὁποῦ τὰ ἔχυνον, ἔπιπτον εἰς τὴν γῆν, καὶ ἔμενε καθαρώτατον καὶ λευκότατον, ὡσὰν τὸν κρῖνον. Τότε καὶ ἕνας χριστιανὸς, Ἀλέξανδρος τὸ ὄνομα, Στουππῆς τὸ ἐπίθετον, ἀπετόλμησε κάποιαν ὥραν, καὶ ἀπέκοψε μὲ τοὺς ὁδόντας του τὸ δάκτυλον τοῦ Μάρτυρος, ὅστις ἐδόθη παρ’ αὐτοῦ εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Βίκτωρος. Τέλος πάντων ἔῤῥιψαν εἰς τὴν θάλασσαν τὸ πανάγιόν του λείψανον. Καὶ ἄλλο δὲν ἔμεινε παρὰ κάποια μέλη ὁποῦ ἐπεμελήθησαν καὶ ἔλαβον μερικοὶ εὐλαβεῖς χριστιανοί.

Ὁ δὲ προειρημένος Κρημλῆς, ὁποῦ τὸν ἀπεκεφάλισεν, ἔσυρεν εἰς τὸν ἑαυτόν του, τὴν θείαν ὀργὴν, διότι τότε παρευθὺς ὁποῦ ἔδειξε τὴν πολλὴν ἐκείνην σκληρότητα καὶ ἀπανθρωπίαν, τὴν ὁποίαν ἄλλος δὲν ἐτόλμησε νὰ δείξῃ, καθὼς εἴρηται, τότε, παρευθὺς ἤρχισε νὰ τρέμῃ ὡσὰν τἀχα ἀπὸ δειλίαν, καὶ αὐτὸς ὁ τρόμος καὶ ὁ κλόνος τοῦ σώματός του, δὲν ἔπαυσε πλέον, ἀλλὰ μάλλον ηὔξησε, καὶ ἔμεινε τρέμων ὡς ἄλλος Κάϊν, εἰς ὅλην του τὴν ζωήν. Τὸ δὲ παραδοξότερον καὶ θαυμασιώτερον εἶναι, ὅτι καὶ τὴν νύκτα ἐπήγαινεν ὁ Μάρτυς Νικήτας, καὶ πολλὰ φόβητρα τὸν ἔδειχνε, μάλιστα τὸν ἐπατοῦσε, τὸν ἔδερνε, τόσον ὁποῦ ἀπὸ τὸν πολὺν φόβον ἔπαθε παροξυσμὸν, καὶ οὔτε τὰ φόβητρα ἔπαυσαν, οὔτε οἱ δαρμοὶ καὶ ὁ παροξυσμὸς, ἕως ὁποῦ ἐζωγράφησε [πρᾶγμα ἀστεῖον, καὶ θαῦμα μέγα], εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικήτα, καὶ τὴν εἶχεν εἰς τόπον ἐπιτήδειον μὲσα εἰς τὸ ὀσπήτιόν του, ὁποῦν νὰ μὴν τὴν βλέπουν ἄλλοι Τοῦρκοι. Καὶ ἀφοῦ ταῦτα ἔκαμεν [ἀπὸ συμβουλὴν ἴσως τῆς χριστιανῆς γυναικός του, καὶ ἄλλων τινῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ θάρρος του], ἔπαυσεν εἰς τὸ ἐξῆς ὁ παροξυσμὸς καὶ οἱ νυκτερινοὶ φόβοι καὶ οἱ δαρμοὶ, ἔμεινε δὲ ὁ τρόμος, καὶ παρελύθη τὸ σῶμά του καὶ κακῶς ἐπέρασεν τὸν ὑπόλοιπον καιρὸν τῆς ζωῆς του. Ἡ δὲ φονικὴ ἐκείνη δεξιά του παλάμη, τότε, κοντὰ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Μάρτυρος, ἀπεκόπη ἀπὸ ἄλλους Τούρκους πάλιν, καὶ ἔμεινεν κρεμασμένη ἀπὸ τὴν κλείδωσιν νεκρὰ καὶ ἀκίνητος. Τοῦτο δὲ τὸ θαῦμα τῆς εἰκόνος, θέλων νὰ φανερώση εἰς πολλαῖς φορὲς ὅταν ἔτυχαν νὰ εἶναι καὶ ἄλλοι Τοῦρκοι εἰς τὸ σπίτι τοῦ Κρημλῆ, ἔγινε κάποιος κτύπος μέσα εἰς τὴν θυρίδα ὁποῦ εἶχε κρυμμένην τὴν εἰκόνα. Ὅθεν, ἀπορροῦντες ἐκεῖνοι, ἠρώτων διὰ τὸν ἀκουόμενον κτύπον. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἀναγκασθεὶς, ἔστειλε τὴν εἰκόνα, εἰς τὸ ὀσπήτιον ὁποῦ εἴχε τὴν γυναῖκά του, καὶ τὴν ἐτίμα μὲ κανδήλαν ἀκοίμητον, καὶ τότε βλέποντές την οἱ γείτονες ἠρώτησαν, καὶ ἔμαθον τὸ θαῦμα, καὶ ὅλοι ἐδόξαζον τὸν Θεὸν, καὶ τὸν θεῖον Αὐτοῦ Μάρτυρα Νικήταν.

Ἀλλὰ καὶ γυνὴ τις, τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, Μπατολιὰ καλουμένη, εἶχεν ἆσθμα, ἤγουν φράξιν ἤ στένωσιν, καθὼς ἄλλοι τὸ ὀνομάζουν καὶ τόσν πολλὰ τὴν ἐβασάνιζεν αὐτὸ τὸ πάθος, ὥστε ὁποῦ ἐπροτίμα τὸν θάνατον ἀπὸ τὴν τοιαύτην ζωήν. Αὐτὴ λέγω ἡ Μπατολιὰ, ἀκούσασα τότε τὰ περὶ τοῦ Νικήτα, τὸν ἐπεκαλέσθη εἰς βοήθειαν, λέγουσα: Ἅγιε Νικήτα, ὁποῦ ἔχυσες τὸ αἷμα σου ὑπὲρ πίστεως, ἐὰν ἀληθινὰ εἶσαι Ἅγιος τοῦ Θεοῦ, καὶ Μάρτυς καθὼς νομίζω, ἐὰν ἔχης παῤῥησίαν εἰς τὸν Θεὸν, ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ δύο κάμε εἰς ἐμὲ τὴν ἀθλίαν, ἤ δός μοι τὴν ὑγείαν μου ἤ δός μοι θάνατον, διὰ νὰ ἐλευθερωθῶ ἀπὸ τὸ ἀνυπόφορον τοῦτο πάθος. Αὐτὰ εἶπεν ἀφ’ ἑσπέρας, τὸ δὲ πρωί, ὦ τοῦ θαύματος! ἐξύπνησεν ὑγιὴς, καὶ ὅλον τὸν ὑπόλοιπον καιρὸν τῆς ζωῆς της, τὸν ἐπέρασε ἐν ὑγείᾳ, δοξάζουσα αὐτὸν, ὡς ὄντως Ἅγιον καὶ Μάρτυρα δεδοξασμένον, μὲ ἀργίαν εἰς τὴν ἡμέραν τῆς μνῆμης του, μὲ λειτουργίας εἰς τοὺς ἱερεῖς, καὶ μὲ ἄλλας ἀγαθοεργίας.

Ταῦτα καὶ τοιαύτα λεγόμενα διηγούμενα, ἔφθασαν καὶ εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ μεγαλυτέρου ἀδελφοῦ τοῦ Ἁγίου Νικήτα. Ὅθεν ἦλθεν καὶ αὐτὸς, μὲ τὴν αὐτὴν προθυμίαν, καὶ κηρύττειν παῤῥησίᾳ εἰς τοὺς Ἀγαρηνοὺς, ὅτι ἀρνεῖται τὴν θρησκείαν τους, καὶ ὅτι εἶναι χριστιανὸς, ἐρέθιζεν αὐτοὺς, καὶ ἐζήτει μὲ ὅλην του τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν νὰ μαρτυρήση ὑπὲρ Χριστοῦ. Αὐτοὶ ὅμως τὸν ἐδίωξαν τὸ γρηγορώτερον ἀπὸ τὴν Χίον, φοβούμενοι τὰ κακὰ ὅπου ἔκαμεν εἰς τὸν Κρημλῆν ὁ θεῖος Νικήτας, καὶ αἰσχυνόμενοι διὰ τὰ θαύματα, μὲ τὰ ὁποῖα τὸν ἐδόξασεν ὁ Θεὸς, ὁ θαυμαστὸς ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ· ὦ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ΄. Ἀσκητικῶς προγυμνασθείς.

Ἀκαταγώνιστος ὀφθεὶς Ἀθλοφόρε, τῶν ἐκ τῆς Ἄγαρ μηχανὰς ἐτροπώσω, καὶ ἐναθλήσας ἔνδοξε στεῤῥότατα, ξίφος κατεπάλαισας, δυσμενῶν ἀοράτων, ὅθεν τὸ διάδημα, ἀνεπλέξω τῆς νίκης, ὑπὲρ ἡμῶν ἱκέτευε Χριστὸν, νέε Νικήτα τῶν πίστει τιμώντων σε.

Ἦχος α΄.

Τῆς Νισύρου τὸν γόνον καὶ τῆς Χίου τὸ καύχημα, τὸν φρουρὸν Αἰγαίου Πελάγους Νικήταν τὸν ἔνδοξον, ὑμνήσωμεν συμφώνως οἱ πιστοὶ, βοῶντες πρὸς αὐτὸν εἰλικρινῶς· Σαῖς λιταῖς τοὺς τὴν σὴν μνήμην ἐπιτελούντας, σῶζε καὶ βοῶντας σοι· Δόξα τῷ σε στεφανώσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ δωρησαμένῳ σε ἡμῖν πρέσβυν ἀκοίμητον.

Δεν υπάρχουν σχόλια: