Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Λόγος Πανηγυρικός Για τα 100 χρόνια από την Απελευθέρωση της Χίου

Του Δημήτρη Μπεκριδάκη, Θεολόγου - Εκπαιδευτικού Καρδάμυλα 11 Νοεμβρίου 2012

Εντιμότατες Πολιτικές και Στρατιωτικές Αρχές του Τόπου, Σεβαστοί Πνευματικοί Πατέρες, Αγαπητές Μαθήτριες και Αγαπητοί Μαθητές, Κυρίες και Κύριοι, 

Η Χίος εορτάζει εφέτος έναν αιώνα ελευθερίας. Η διπλωματική επιδεξιότητα της πολιτικής ηγεσίας υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο και η στρατιωτική αρετή των Ελλήνων κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων, την απέσπασαν από τον Οθωμανικό ζυγό και την ενσωμάτωσαν στο αναγεννημένο, μετά τη χρεοκοπία του 1893 και την πολεμική ατίμωση του «Μαύρου 1897», Ελληνικό Κράτος. Τα γεγονότα είναι εν πολλοίς γνωστά, αξίζει όμως να αναφερθούμε σ’ αυτά με κάθε συντομία.

Το χρονικό της κατάληψης του νησιού ξεκινά με την προσόρμιση του Ελληνικού στόλου, αποτελούμενου από τρία ελαφρά καταδρομικά (ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, ΕΣΠΕΡΙΑ, ΑΡΚΑΔΙΑ), δύο αντιτορπιλικά (ΝΕΑ ΓΕΝΕΑ, ΚΕΡΑΥΝΟΣ) και τρία οπλιταγωγά (ΠΑΤΡΙΣ, ΣΑΠΦΩ, ΕΡΙΕΤΤΑ), έξω από το λιμάνι της Χίου στις 10 το πρωί της 11ης Νοεμβρίου 1912. Αντιπροσωπία των αρχηγών του στρατού και του στόλου αποβιβάζεται στην Χίο, που την ημέρα αυτή εορτάζει τους πολιούχους της Αγίους Βίκτωρες, και μεταφέρει στην οθωμανική διοίκηση την αξίωση για άμεση παράδοση του νησιού στις ελληνικές δυνάμεις. Η απάντηση των εκπροσώπων της πολιτικής, δικαστικής και θρησκευτικής εξουσίας των τούρκων είναι αρχικά καταφατική, προκειμένου να αποφευχθεί η αιματοχυσία και να προστατευθεί ο ντόπιος μουσουλμανικός πληθυσμός. Όμως ο στρατιωτικός διοικητής του νησιού, αντισυνταγματάρχης Ζιχνύ Μπέης –ο οποίος, σημειωτέον, σύμφωνα με τους έλληνες αντιπάλους του υπήρξε «αξιωματικός αρτιωτάτης μορφώσεως, ικανότητος και μεγάλου ψυχικού σθένους» –όχι μόνο δεν δέχεται να παραδώσει το νησί, αλλά δηλώνει την απόφασή του να το υπερασπιστεί μέχρις εσχάτων, προκειμένου να διασώσει την τιμή του οθωμανικού στρατού και της οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η άρνηση αυτή σηματοδοτεί και την έναρξη των εχθροπραξιών. Στις 3 το μεσημέρι της ίδιας ημέρας ξεκινάει η απόβαση των ελληνικών δυνάμεων στο Κοντάρι. Παρά την ομοβροντία πυρών που αντιμετωπίζουν, οι επιτιθέμενοι κατορθώνουν να τρέψουν σε φυγή τον εχθρό, όχι όμως χωρίς απώλειες. Ο εκ Λακωνίας καταγόμενος στρατιώτης Εμμανουήλ Ποθητός και ο εξ Αθηνών Ιωάννης Χρυσολωράς είναι οι πρώτοι νεκροί, που θυσιάστηκαν για να λιπάνουν το δέντρο της χιώτικης λευτεριάς.

Την επόμενη μέρα το ελληνικό στράτευμα εισέρχεται αμαχητί στην πόλη της Χίου εν μέσω ενθουσιωδών εκδηλώσεων χαράς και ευγνωμοσύνης από τους κατοίκους. Τότε ήταν που ο δραστήριος δήμαρχος Χίου Νικόλαος Κουβελάς αναφώνησε με ανακούφιση εκείνο το περίφημο: «που είστε, μωρέ, που σας περιμέναμε πεντακόσια χρόνια!» –χωρίς προφανώς να συνειδητοποιεί ότι η δήλωσή του συνιστούσε αυτόχρημα και ομολογία της παθητικότητας και της απροθυμίας για εξέγερση την οποία οι συμπατριώτες του είχαν επιδείξει κατά την μακραίωνη περίοδο της δουλείας. Αφού εγκατέστησε τις δυνάμεις του στους τουρκικούς στρατώνες και επίταξε το νοσοκομείο και το διοικητήριο της πόλης, ο διοικητής του στρατού κατοχής της Χίου, συνταγματάρχης πεζικού Νικόλαος Δελαγραμμάτικας, εξέδωσε μια προκήρυξη προς τους κατοίκους. Μ’ αυτήν προσκαλούσε «άπαντας τους κατοίκους εις υποταγήν, υποσχόμενος αυτοίς άνευ διακρίσεως φυλής και θρησκεύματος, ασφάλειαν ζωής, τιμής και περιουσίας.» 

Προκειμένου μάλιστα να προστατευθεί ο μουσουλμανικός πληθυσμός της πόλης διοργανώθηκαν από την ελληνική φρουρά περίπολα διατήρησης της τάξης και τοποθετήθηκαν σκοπιές έξω από τις οικίες των τούρκων. Η διακήρυξη αυτή είναι αξιομνημόνευτη όχι μόνο διότι εκφράζει τις ειρηνικές διαθέσεις των ελληνικών δυνάμεων, αλλά και διότι προαναγγέλλει τη γενικότερη στάση σεβασμού, που, προς τιμήν τους, επέδειξαν οι χριστιανοί Χιώτες έναντι των μουσουλμάνων συντοπιτών τους. Διότι αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι φαινόμενα αντεκδίκησης, μίσους, αντιποίνων και βιαιοπραγίας σε βάρος αμάχων δεν σημειώθηκαν, γεγονός που αφενός μεν αποκαλύπτει τη μεγαλοθυμία της χριστιανικής κοινότητας, αφετέρου δε αποδεικνύει ότι στο νησί επικρατούσαν συνθήκες αρμονικής συμβίωσης και καλής γειτονίας ανάμεσα στις διάφορες εθνικές και θρησκευτικές κοινότητες πριν την απελευθέρωση. Γίνεται, επομένως, κατανοητό το γιατί χωρίς πολλές επιφυλάξεις, οι αντιπρόσωποι των Καθολικών, των Εβραίων και των Μουσουλμάνων έσπευσαν να ανταποκριθούν θετικά στο ελληνικό αίτημα και να δηλώσουν την υποταγή τους στη νέα διοίκηση. Έτσι, μετά από 346 χρόνια η Χίος αποτίναζε την Οθωμανική κυριαρχία (κατελήφθη το 1566 από τους Τούρκους που διαδέχθηκαν τους Γενουάτες) και για πρώτη φορά στην ιστορία της είδε τη γαλανόλευκη να κυματίζει στα χώματά της, εν μέσω έξαλλων πανηγυρισμών εκ μέρους του χιακού λαού.

Η κατάληψη όμως της πρωτεύουσας δεν ισοδυναμούσε με κατάληψη της νήσου. Ο τουρκικός στρατός είχε υποχωρήσει προς το εσωτερικό και αναδιπλώθηκε καταλαμβάνοντας οχυρές θέσεις στις Καρυές, στο Αίπος, στους Αγίου Πατέρες και στο Πιτυός. Εκεί ακριβώς δόθηκαν και οι σκληρότερες μάχες. Μάχες αιματηρές, άλλοτε σώμα με σώμα κι άλλοτε υπό τον ορυμαγδό των βολών του πυροβολικού, προκειμένου να καμφθεί η τουρκική αντίσταση, η τροφοδοτούμενη και από τις ψευδείς ειδήσεις περί ενδόξων νικών και θριάμβων του τουρκικού στρατού στη Μακεδονία και στην Ήπειρο –ειδήσεις που έφταναν στους άνδρες του Ζιχνύ με οπτικό τηλέγραφο από τα απέναντι παράλια της Μικράς Ασίας. Οι νεκροί και οι τραυματίες πολλοί και από τις δυο μεριές –λιγότεροι οι Έλληνες και περισσότεροι οι Τούρκοι. Στην πιο φονική απ’ όλες, τη μάχη του Αίπους, πέφτουν ο Λάκωνας ανθυποπλοίαρχος Νικόλαος Ρίτσος και ο Κρητικός επιλοχίας, μαθητής της Σχολής Δοκίμων, Ιωάννης Παστρικάκης, αξιωματικοί αυτοί και για τούτο συμβολοποιημένοι εκπρόσωποι όλων των απλών στρατιωτών που έδωσαν τη ζωή τους για τη Χίο. Στη διάρκεια εκείνων των 41 ημερών που μεσολάβησαν από την απόβαση της 11ης Νοεμβρίου μέχρι την τελική παράδοση των τουρκικών δυνάμεων στις 21 Δεκεμβρίου του 1912, το τίμημα σε ανθρώπινες ζωές δεν ήταν αμελητέο. Δύο νεκροί στη Λευκωνιά κατά την αποβίβαση, έξι στην πρώτη μάχη των Καρυών, επτά στη συνέχεια, άλλοι έξι στο Αίπος κατά την αρχική επίθεση, και μερικοί ακόμη στις μάχες που ακολούθησαν εκεί και στα βορειόχωρα. Εκατοντάδες ήταν οι τραυματίες. Πολλαπλάσιες υπήρξαν οι απώλειες των τούρκων, παρόλο που αριθμητικά τα δυο στρατόπεδα ήταν ισάξια. Δυόμισι χιλιάδες άνδρες και μικρό αριθμό πυροβόλων είχαν οι Έλληνες (ίσος αριθμός εθελοντών που στάλθηκε αργότερα ουσιαστικά δεν συμμετείχε στις επιχειρήσεις, διότι ήταν ανεκπαίδευτοι και χωρίς πειθαρχία άνδρες), άλλους τόσους και ανάλογο οπλισμό διέθετε υπό τις διαταγές του και ο Ζιχνύ Μπέης. Όμως ως γνωστόν στην πολεμική ιστορία των Ελλήνων οι αριθμοί σπανίως κάνουν τη διαφορά. Διότι εκείνο που συνήθως έκρινε την έκβαση των πολέμων ήταν η ευψυχία και η γενναιότητα των μαχητών, σε συνδυασμό με την επιχειρησιακή τους δεινότητα και στρατηγική. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση της Χίου: τα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα –συντεταγμένα και ντόπια εθελοντικά– επέδειξαν φρόνημα αυτοθυσίας και ηρωισμού, αντοχή στις κακουχίες και αποφασιστικότητα έναντι του εχθρού, χωρίς εντούτοις να απολέσουν την ανθρωπιά τους. Κανένα περιστατικό βάναυσης ή εκδικητικής συμπεριφοράς σε βάρος τούρκων αμάχων ή αιχμαλώτων δεν καταγράφεται από τους ιστορικούς, γεγονός που μαρτυρεί την ευγένεια και μακροθυμία των ελλήνων μαχητών. Είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι ο ίδιος ο Ζιχνύ Μπέης αναγνώρισε και επαίνεσε την ελληνική ανδρεία. Αιχμάλωτος πολέμου πια και κρατούμενος στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς, γράφει τον Σεπτέμβριο του 1913 προς τον ήρωα του Βελεστίνου, τον μαχητή της Ελασσόνας και του Σαραντάπορου, τον πορθητή των Ιωαννίνων και ελευθερωτή της Χίου Νικόλαο Δελαγραμμάτικα για να τον συγχαρεί που προβιβάστηκε στο βαθμό του Υποστρατήγου. Στην επιστολή του μεταξύ άλλων αναφέρει και τα εξής: «Κατά τη διάρκεια των μαχών εν Χίω εχθρός σας, αλλ’ ήδη εγκάρδιος υμών φίλος σάς συγχαίρω ενθυμούμενος και εκτιμών την ανδρείαν σας και την στρατιωτικήν σας ικανότητα». Στο πρόσωπο του αρχηγού διαδηλώνεται η εκτίμηση και ο σεβασμός του εχθρού προς τα ελληνικά όπλα. 

Μιλώντας για γενναιότητα και φρόνημα ηρωικό δεν μπορώ να μην αναφερθώ από το βήμα αυτό και στη δράση των χιωτών που συμμετείχαν στα εθελοντικά σώματα, τα οποία δημιουργήθηκαν εν όψει της ελληνικής κατάληψης της νήσου. Και τούτο διότι κυρίαρχο ρόλο στην υπόθεση αυτή διαδραμάτισαν τα Καρδάμυλα. Εδώ για πρώτη φορά εκδηλώθηκε στη Χίο η διάθεση για σχηματισμό σώματος ενόπλων με σκοπό την εξέγερση για την αυτοδιάθεση του νησιού. Ήδη από τις αρχές του 1912 είχαν γίνει μυστικές συνεννοήσεις ανάμεσα στους κατοίκους του χωριού, με αποτέλεσμα να συγκροτηθεί εθελοντικό σώμα αποτελούμενο από 100 περίπου τολμηρούς νέους και με επικεφαλής τον ιατρό Ηλία Ασπιώτη, τον δικηγόρο Μιχαήλ Ζολώτα και τον δάσκαλο Παναγιώτη Αντωνόπουλο. Σκοπός της οργάνωσης ήταν να προετοιμάσει την επαναστατική δράση σε περίπτωση που η Ιταλία θα επιχειρούσε να καταλάβει τη Χίο, στο πλαίσιο του Ιταλοτουρκικού πολέμου, που μαινόταν από τα τέλη Σεπτεμβρίου του 1911. Αντιπρόσωποι του σώματος αυτού, ενθαρρυμένοι από την υποστήριξη που έδειχνε στην προσπάθειά τους ο χιώτης ευπατρίδης Εμμανουήλ Μπενάκης, επισκέφθηκαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο στην Αθήνα για να του εκθέσουν τα σχέδια και τις προθέσεις των «εθελοντών Καρδαμυλιωτών» για ανεξαρτησία. Αρχικά ο πρωθυπουργός ήταν θετικός, όμως η συμφωνία με τη Βουλγαρία άλλαξε τους συσχετισμούς στα Βαλκάνια και την πολιτική στάση της Ελλάδας και έτσι ο Βενιζέλος τους ανακοίνωσε με νόημα ότι από μέρους τους «[…]δεν είναι ανάγκη να γίνει τίποτε, διότι η Ελλάς θα ζητήσει τα δικαιώματά της διπλωματικώς και κατ’ άλλον τρόπον.» Εντούτοις οι εθελοντές παρέμεναν σε εγρήγορση και αμέσως μόλις μαθεύτηκε ο κατάπλους του ελληνικού στόλου στο νησί, τα Καρδάμυλα ξεσηκώθηκαν. Το πρωί της 11ης Νοεμβρίου και πριν ακόμη την αποβίβαση των πεζοναυτών στο Κοντάρι, οι ένοπλοι Καρδαμυλίτες συνέλαβαν τους τούρκους χωροφύλακες-ζαπιέδες που έδρευαν στο χωριό και κατέλυσαν τις τουρκικές αρχές. Κατέλαβαν το Κονάκι και ύψωσαν την ελληνική σημαία –πρώτοι αυτοί σε ολόκληρη τη Χίο. Τα Καρδάμυλα, συνεπώς, έγιναν η πρώτη ελεύθερη περιοχή του νησιού. Κι όταν λίγες μέρες αργότερα ο τούρκικος στρατός επιχείρησε να ανακαταλάβει την κωμόπολη, συνάντησε σθεναρή αντίσταση στο ύψωμα της Γριάς από τους περίπου 200 εθελοντές υπό την αρχηγεία του Μιχάλη Σπεθογιάννη, αναγκαζόμενος τελικώς να τραπεί σε άτακτη φυγή. 

Εθελοντές μαχητές δεν υπήρχαν μονάχα στα Καρδάμυλα. Εκεί όμως ήταν οι πιο οργανωμένοι, και η ύπαρξή τους σίγουρα λειτούργησε σαν μαγιά για τη δημιουργία και άλλων τέτοιων σωμάτων. Μετά τα μέσα του Νοεμβρίου έφτασαν στα βορειόχωρα οι απεσταλμένοι της διοίκησης του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος Σταρίδης και Αντωνόπουλος με σκοπό να οργανώσουν ομάδες ενόπλων εθελοντών με έργο τον ανταρτοπόλεμο. Πρώτα έφτασαν στα Καρδάμυλα, όπου διαπίστωσαν ότι δεν είχαν πολλή δουλειά να κάνουν, αφού οι εθελοντές ήταν ήδη οργανωμένοι και αποτελεσματικοί. Έτσι πήραν μαζί τους τούς 25 μικρασιάτες νέους από τα Βουρλά που εκδήλωσαν την επιθυμία να καταταχθούν και συνέχισαν για τις Αμάδες και τα Καμπιά, όπου συγκρότησαν μικρές φρουρές αποτελούμενες από 30 και 20 νέους αντίστοιχα. Αυτοί μαζί με τους 18 εθελοντές από τη Συκιάδα, τους 147 εθελοντές από τη Βολισσό και τους 100 νέους από την πόλη, οι οποίοι κατατάχθηκαν μετά από προτροπή του Μητροπολίτη Ιερώνυμου με σκοπό να αγωνιστούν στο Λιθί και στα νοτιόχωρα, συνθέτουν τον καμβά του ένοπλου εθελοντικού αγώνα των χιωτών για την ελευθερία τους. Δεν ήταν πολλοί, αλλά ήταν γενναίοι και αξιόμαχοι. Συστρατεύθηκαν και πλαισίωσαν με ζήλο τις επιχειρήσεις έναντι των τούρκων, παρέχοντας εκτός των άλλων και πολύτιμη πληροφόρηση αναφορικά με τις ιδιαιτερότητες του εδάφους και τους τρόπους προσβολής των θέσεων του εχθρού. Με την αυταπάρνηση και την ανδρεία τους διέσωσαν την τιμή του χιακού λαού και διέρρηξαν τα χάλκινα δεσμά του φόβου, της παθητικότητας και του ραγιαδισμού που απετέλεσαν μόνιμη τροχοπέδη καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής του διαδρομής. Η παρουσία τους υπήρξε άγγελμα ελπίδας. Διότι μέσω αυτών φάνηκε ότι τη στιγμή της κρίσης ακόμη κι ένας λαός παροιμιωδώς απόλεμος και φιλειρηνικός, εφησυχασμένος και απαρασκεύαστος είναι σε θέση να αφυπνιστεί και να περάσει σε δράση καίρια και απελευθερωτική. 

Σήμερα, έναν αιώνα μετά τα γεγονότα, η πατρίδα βρίσκεται πάλι σε μια κρίσιμη καμπή της νεώτερης ιστορίας της. Η εθνική κυριαρχία τίθεται υπό αμφισβήτηση, η οικονομία είναι υπό κατάρρευση και η κοινωνία υπό διάλυση. Η πρωτόγνωρη οικονομική και ανθρωπιστική κρίση που βιώνουμε αποδιοργανώνει τον διοικητικό μηχανισμό, διαρρηγνύει τον κοινωνικό ιστό και απειλεί ακόμη και την ίδια την εθνική υπόσταση, την εδαφική κυριαρχία και την ανεξαρτησία της χώρας. Κατά τρόπο ακρότατα οδυνηρό έχει γίνει πλέον φανερό πως η κρίση από την οποία χειμάζεται η κοινωνία μας είναι πρωτίστως κρίση αρχών και αξιών, κρίση ήθους και κρίση νοήματος. Είναι καιρός επιτέλους να πάψουμε να αναφερόμαστε στην κρίση με όρους οικονομικούς και ν’ αρχίσουμε να την αποτιμούμε και να την αντιμετωπίζουμε με όρους φιλότιμου, δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας, δηλαδή με όρους πνευματικής και ηθικής τάξεως. Ειδάλλως δεν πρόκειται να βγούμε ποτέ από αυτήν. Διότι δεν είναι η κρίση της ελληνικής κοινωνίας σημερινό φαινόμενο, έχει τις ρίζες τις βαθιά στο παρελθόν, συνδέεται με μόνιμες καχεξίες και παθογένειες που ταλανίζουν την εθνική μας συλλογικότητα ήδη από την έναρξη του ελεύθερου και αυτοκέφαλου βίου της. Η παρούσα οικονομική δυσπραγία λειτουργεί μονάχα ως ελκυστής, καθώς φέρνει απλώς στην επιφάνεια και καθιστά πρόδηλη σε όλο της το μεγαλείο την επί μακρόν σοβούσα κοινωνική και πολιτισμική παρακμή. Γίνεται αυτό αμέσως κατανοητό εάν παρατηρήσει κανείς και εάν αναλογιστεί τον τρόπο με τον οποίο τόσο η ηγεσία (πολιτική, θρησκευτική, πνευματική), όσο και η πλειοψηφία του λαού αυτού του τόπου έχουν διαχειριστεί και αντιμετωπίσει μέχρι τώρα την κρίση. Ο φόβος, η σύγχυση, η εθελοδουλία, η ακηδία, η ανικανότητα και η κάθε λογής ιδιοτέλεια δίνουν τον γενικό τόνο. Αυτά όμως καταρρακώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, υποδουλώνουν τις συνειδήσεις και μικραίνουν την πατρίδα. «Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται, ζυγόν δουλείας ας έχωσι», προειδοποιεί ο Ανδρέας Κάλβος στην περίφημη /δή εις Σάμον. «Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία. Αυτή […] επτέρωσε τον Ίκαρον / και αν έπεσεν ο πτερωθείς κ' επνίγη θαλασσωμένος / Αφ' υψηλά όμως έπεσε, και απέθανεν ελεύθερος.» Τι τίμημα της ελευθερίας είναι βαρύ, ενίοτε συντριπτικό, χωρίς όμως αυτήν ο άνθρωπος χάνει την ανθρώπινή του υπόσταση και περιπίπτει στο επίπεδο του πράγματος (rerum) –του εμπορεύσιμου και αργυρώνητου ανδραπόδου. Για να μην ζήσουμε λοιπόν εμείς και τα παιδιά μας τη χθαμαλή και τρισάθλια ζωή των σκλάβων οφείλουμε να παραδειγματιστούμε από τις ένδοξες στιγμές του παρελθόντος. Αυτήν την έννοια έχουν άλλωστε και οι εορτασμοί των εθνικών επετείων και οι πανηγυρικοί. Μια τέτοια στιγμή ήταν και η απελευθέρωση της Χίου έναν αιώνα πριν. Από αυτές θα αντλήσουμε έμπνευση, θα δανειστούμε αξιολογικούς κώδικες και θα μιμηθούμε συμπεριφορές προκειμένου να πυροδοτηθούν ευρείες διαδικασίες που θα οδηγήσουν αργά αλλά σταθερά στη ριζική επαναξίωση όλων των αξιών της ελληνικής κοινωνίας. Στον ριζικό, δηλονότι, επαναπροσδιορισμό του κοινού μας βίου σε όλα τα επίπεδα. Το υπαγορεύει αυτό η αίσθηση του φιλότιμου έναντι των ευκλεών προγόνων –να σταθούμε αντάξιοι και επαρκείς μπροστά στους γενναίους νεκρούς. Το προστάζει το ανεξίτηλο στον άνθρωπο αίτημα για αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη και ελευθερία. Μα πάνω απ’ όλα το υπαγορεύει το χρέος απέναντι στο μέλλον, απέναντι στις γενιές που έρχονται και που θα μας δικάσουν. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: